ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΑ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ

Featured

Ο εξωχότατος φίλος Άλκης, βασιλικός στις προτιμήσεις του και με την ικανοπτητα να βλέπει το γέλιο εκεί που άλλοι θα βλέπανε μόνο δράματα· δημιουργικός, με δικούς του ρυθμούς βασισμένους στο «Να χαρώ τη ζωή και να δώσω χαρά»: για να μπορεί κάποιος να το μετατρέψει αληθινά αυτό σε δρόμο ζωής πρέπει να είναι ανθρωπιστικά ευαίσθητος… Είναι τέτοιου είδους άντρες που μας διδάσκουν πως ο χρόνος ο ίδιος είναι για να απόλαμβάνεται…

Ο ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Καλώς την! Καταθλιμμένη, σκληρό το πρόσωπό της, ταυτισμένη με το παράπονο, μα δεν το δείχνει- δεν θα το επέτρεπε άλλωστε και η κοινωνική της θέση, οπότε έχασε την κατεύθυνσή της προς τη ζωή· μα την ψυχή και τα μάτια δεν τα γελάς: ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, να παραπονιέται δηλαδή,  αφού μια ζωή, σαράντα χρονών και κάτι τώρα, από τον καιρό που ήταν παιδί, δεν έπραξε ούτε μία φορά αυτό που ήθελε, και άμα καμιά φορά το έκανε, πάντα κάτι γινόταν για να της αποδείξει ότι δεν ήταν το σωστό: θα κτυπούσε, θα αποτύγχανε, δεν θα ήταν αυτό που έκαναν οι υπόλοιποι, μια ζωή δηλαδή να είναι η αποτυχία ως προς την επιθυμία της. Της το απαγόρευσαν κάμποσες φορές, η αλήθεια να λέγεται, σαν παιδί, μα και η ίδια δεν έκανε και τίποτε για να γράψει τη ζωή της διαφορετικά. Μια πολύ όμορφη κυπριακή ιστορία- πραγματικό παραμύθι· το νυφικό το διάλεξε η μάνα της τότε, το γαμπρό η ίδια αλλά με βάση τις προτιμήσεις του πατέρα: έγιναν καλή οικογένεια, μαζί όλοι, και δύο παιδιά· όλα μια χαρά και χίλιες τρομάρες, πανικούς, κρίσεις, καταθλίψεις· είναι καλό να γνωρίζετε πως κάτι από την παραγκωνισμένη επιθυμία θα βρει τρόπους να ειπωθεί, να εκφραστεί, έστω και με επικοινωνιακά βίαιους δρόμους· τέλος πάντων, εκείνη παραπονιέται ακόμα και λέει πως δεν καταλαβαίνει γιατί δεν μπορεί να είναι χαρούμενη με αυτά τα πολλά που έχει, τα σπίτια, τα λεφτά και ρίχνει το φταίξιμο στις φοβίες, στις ζαλάδες, στους πανικούς- ξοδεύει το χρόνο για να διερωτάται σαν οκνηρός φιλόσοφος αν βοηθάει περισσότερο η φαρμακευτική αγωγή ή η ψυχανάλυση, ο ψυχίατρος ή ο ψυχαναλυτής: ποτέ δεν διερωτήθηκε τι πρέπει να κάνει η ίδια επειδή ακόμα δίνει χώρο σε αυτόν τον Μεγάλο Άλλο να τη διέπει με το να κρατά αυτή τη θέση του ανήμπορου· ο Άλλος με τον οποίο ζει ασυνείδητα είναι μια τοπολογία αν θέλετε, που την χρειάζεται για να υπάγεται στην παρακάτω εξίσωση: και λέει αυτή η εξίσωση ότι «Για να υπάρχω εγώ σαν εκείνος που μπορεί τα πάντα, εσύ κοπέλα μου πρέπει να είσαι ανήμπορη».

 

Και προχωράει όμορφα η ζωή! Ανέραστη, κουβέντα δεν μιλιέται στο σπίτι· έχουν τρεις τηλεοράσεις γιατί κανείς δεν αντέχει κανένα, ούτε τα παιδιά τους γονείς τους. Αυτή σε κάποια φάση νόμισε πως φταίνε τα ορμονικά, μετά η ουσίες στον εγκέφαλο, μα, κανένα από αυτά δεν μπορεί να κρύψει μια γυναίκα που δεν είναι ερωτευμένη, που πνίγεται, που αποζητά τη ζωή και την αναπνοή μέσα από τις κρίσεις πανικού της- το τελευταίο της χαρτί δηλαδή, σε αυτή την περίπτωση, για να κατευθυνθεί προς το τι εστί ζωή. Προσπάθησε και παλαιότερα να αναπνεύσει μα, η μάνα της, ποιος άγιος να την κάνει μάνα, μα η μάνα της έλεγα φώναζε το μοιρολόι «Μη γελαστείς να χωρίσεις» και δεν έβλεπε την κόρη της που μαράζωνε σε ένα γάμο άρρωστο και περπατούσε μια ζωή χαριτωμένου θανάτου: αυτού με τα κοινωνικά δρώμενα, ένα από αυτούς τους γάμους χωρίς επιθυμία- αυτούς τους γάμους με άλλα λόγια που δημιουργούν τις αληθινές «διαλυμένες οικογένειες» ακριβώς επειδή άτομα που δεν μπορεί ο ένας τον άλλον μένουν μαζί. Και έτσι ζει με τους πανικούς της, με τον άντρα της που δεν την αγγίζει και που αυτή η ιδία δεν θέλει να αγγιχτεί· αν δεν το είχε η εικόνα της οικογένειας, αυτή που προστάζει τέσσερα άτομα, να υπάρχουν παιδιά δηλαδή, ίσως να μην άγγιζε κανείς κανένα, ποτέ· ανέραστα, δίχως επιθυμία, γράφω τα ίδια γιατί έτσι φτιάχνεται το νέο έθνος περήφανων Κύπριων, Ελλήνων, Ευρωπαίων· όντα νεκρά, κρέατα χωρίς την ανάσα που προσφέρει στη ζωή η πράξη του να τη ζεις. Και η λύση της δεν είναι ο χωρισμός μα το να διαχωριστεί από ό,τι την προστάζει να πάει σε κατευθύνσεις πέραν από αυτές που κάνουν τη ψυχή της να λουλουδίζει· και αν το πάρει απόφαση, να χαρεί δηλαδή, και οι γύρω της και οι κοντά της δεν μπορούν να είναι χαρούμενοι με την γαλήνη της – τότε, τότε, τότε: τότε δεν μπορούν να είναι ούτε γύρω της ούτε κοντά της: μόνο με αυτή μεγαλεξανδρινή πυγμή θα λυθεί αυτός ο κόμπος. Το να χαθούν αυτοί δεν είναι τίμημα.

 

Και το λυπητερό είναι: ότι εσύ νομίζεις πως γράφτηκε αυτό το κομμάτι για σένα, για την περίπτωση τη δική σου- δεν είσαι ένας ή μια, αλλά χιλιάδες: μια λεγεώνα. Με αυτό το τρόπο δένονται ομάδες, οικογένειες, κράτη-λεγεώνες.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΑΠΑ

Πρόσφατα έχει συζητηθεί, αρκετά θα έλεγα, αλλά όχι πάρα πολύ, το γεγονός της «εμφάνισης»  του Χριστού σε γνωστό μπαράκι της Λεμεσού, ένας Ιησούς Χριστός «βιολογικά μεταλλαγμένος», όπου παρουσιάζεται με μάσκα παλιάτσου, μιας αναπαράστασης της οποίας η καλλιτεχνική ομάδα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει σαν μεταφορά για το τι γίνεται στη Κύπρο: μεταφορά η οποία απότυχε παταγωδώς, επειδή, αυτή τη χρονική περίοδο της κυπριακής ιστορίας, με τη κρίση, την ανεργία, θα γράψω και την πείνα, κανένας δεν μπορεί να ταυτιστεί ή να τραυματιστεί, έστω και σαν αστείο, με και από την εικόνα ενός καλοαναγιωμένου Χριστού∙ ο κύριος λόγος που δεν συζητήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό το περιστατικό είναι γιατί δεν περιέχει κανένα φιλοσοφικό υπόβαθρο πίσω της η ενέργεια, ή, η παράσταση, της καλλιτεχνική ομάδας του Κουάπα, που, κατά τη γνώμη μου, αν δεν πληρώνονταν από το μπαράκι μάλλον δεν θα είχαν δουλειά, αφού η αντί-αντίδραση προς ιερά σύμβολα έρχεται όταν η κοινωνία και τα σημεία αναφοράς της, θρησκευτικά και μη, απειλούνται- και αυτό που παρουσιάστηκε στο Κουάπα ήταν γελοίο, αλλα όχι αστείο, ούτε καν ανέκδοτο∙ και δεν μπορώ να χαρακτηριστώ σαν θρησκόληπτος ή θρησκευόμενος με τη γενική ερμηνεία των λέξεων, ή, μάλλον, θα είναι καλύτερα να γράψω με οποιαδήποτε ερμηνεία: για να υπάρχουν σοβαρές αντιδράσεις, που εμπνέουν τον κόσμο, πρέπει ο λόγος που περικλείεται και αρθρώνεται σε μια καλλιτεχνική πράξη να μπαίνει στη ψυχή του ανθρώπου, να την αναστατώνει- αυτό είναι μια εισήγηση για την επομένη παράσταση, με παλιάτσους ή όχι, με Χριστούς και Ά-Χριστούς.

 

Παρόλα αυτά, το γεγονός ήταν αρκετό για να δούμε πολλές απόψεις της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση με το συμβάν∙ από την ηλιθιότητα των καλλιτεχνών και την ανακοίνωση του Κουάπα ότι δεν ήθελε με κανένα τρόπο να προσβάλει τις θρησκευτικές αξίες, μια ανακοίνωση που αν διαβαστεί καταλαβαίνει κάποιος πως αυτό ακριβώς ήθελαν να κάνουν, ως το μη καλλιτεχνικό τρόπο που το παρουσίασαν, μιας δηλαδή φτηνής απομίμησης, και πολύ κακής, μεγάλων συγγραφέων και καλλιτεχνών που είχαν μια φιλοσοφία πίσω από του τι έγραψαν ή ερμήνευσαν για τη ζωή του Χριστού, όπως ο Dario Fo, Jose Saramago, ο Νίκος Καζαντζάκης κτλ∙ και, από την άλλη έχουμε την ίδια ηλιθιότητα, μα που πηγάζει από έναν φανατισμό, από αυτούς που δεν αφήνουν τα παιδιά τους να γιορτάζουν τα καρναβάλια επειδή «είναι του διαβόλου»: πριν λίγο καιρό ένας φίλος έγραψε πως μερικά δρώμενα στη Κύπρο θυμίζουν Ιράν- και είχε δίκαιο∙ θα προσθέσω και κάποια άλλα Ιρανικά χαρακτηρίστηκα, υπονοώντας την «καλλιτεχνική» άποψη του Κουάπα, που θα ονομάσω με μια συνήθεις έκφραση  που αρμόζει για την περίπτωση, «Ο Θεός να την κάμει καλλιτεχνική»∙ και, έχουμε του γονείς των παιδιών, τους φανατικούς από τη μια πλευρά, να χαίρονται που δεν επέτρεπαν στα παιδιά τους να πηγαίνουν στο μπαράκι αυτό, και από την άλλη τους ανοικτόμυαλους να λένε «Και τί έγινε» προωθώντας τα παιδιά τους να γίνουν ψευδό-επαναστάτες επειδή οι ίδιοι είναι καταπιεσμένοι σε γάμους που δεν θέλουν, σε τεράστια σπίτια που δεν τους χωράνε, σε σώματα που δεν έχουν κατεύθυνση στη ζωή, πνιγμένοι στα ευρώ που πρέπει να σπαταληθούν στη θέση της επιθυμίας τους που θυσίασαν: και υπάρχουν και οι άλλοι, που αρχίζουν να μιλάνε με το «Πρώτα ο Θεός», ένας Θεός πλασμένος στο μυαλό τους, που δεν του αρέσουν τα αστεία, οι παλιάτσοι του Κουάπα, που δεν βλέπουν το γελοίο της κατάστασης, γυναίκες που μετατρέπονται συμβολικά σε άντρες, και άντρες εκφραστές της θηλυπρέπειας, άντρες που πειράζουν παιδιά μετά από σαράντα μέρες νηστείας- και αυτούς τους ενόχλησε το Κουάπα και ένας παλιάτσος που δεν ήταν καν αστείος, απότυχε δηλαδή στο έργο του να μας διασκεδάσει, και ειδικά όλους αυτούς τους αγέλαστους: τους σοβαροφανείς του «καλού κόσμου». Χριστούς που υποφέρουν -πολλοί- συμπατριώτες μας δηλαδή που γίνονται σιγά σιγά μοντέρνα γλυπτά, αγάλματα της πείνας- αυτοί θα μπορούσαν άνετα να μπουν πάνω στο σταυρό του Κουάπα, και όχι ο, ας γράψουμε, ο αποτριχωμένος, πρησμένος και γυμνασμένος πούλουκος με τη μασκα του παλιάτσου∙ και, από την άλλη, το πραγματικό πρόβλημα της όλης κατάστασης είναι ότι υπήρχαν άτομα που θίχτηκαν με αυτό το «έργο τέχνης» – αυτό και αν μπορεί να σχολιαστεί, αλλά δεν έχω την όρεξη, τουλάχιστον παραπάνω από αυτά που γραφτήκαν∙ τέλος πάντων.

 

Αν είναι αναγκαίο, που είναι, να γίνει κάτι πραγματικά επαναστατικό στη Κύπρο, αυτό θα πρέπει να έχει σύμβολο κάποιου είδους «Χριστό» που να μη φοράει μάσκα∙ ακριβώς αυτές οι μάσκες είναι η ρίζα του κακού: κάποιον που το σώμα του να παρα-λαμβάνει την ευθύνη του λόγου του και να πληρώνει το τίμημα της πράξης.

1 ΣΤΑ 5 ΠΑΙΔΙΑ, «ΤΡΩΕΙ ΤΟΝ»

Σκοπός να ειπωθεί η αλήθεια, όσο γίνεται, έστω και αν δεν είναι όλη- να ειπωθεί σκληρή, πολύ σκληρή όπως είναι στην πραγματικότητα της, πέραν από μια φρασεολογία που αποκλείει εκείνον που διαβάζει στο να μπει σε εκείνη την, έστω φαντασίωση, τη θέση του κακοποιημένου, που ίσως να είναι καλύτερα να εκφράσω ως μια πάρα, πάρα πολύ διαβολική ποίηση και όχι κακο-ποίηση: δεν πρόκειται περί λογοτεχνίας.

 

Το 1 στα 5- δεν αναφέρεται στα ποσοστά ευστοχίας ενός μπασκετμπολίστα, μα, για τα στατιστικά στοιχεία που, πραγματικά δε μιλούν για την αλήθεια της παιδοφιλίας και το τι βιώνουν για μια ζωή, μερικές φορές δυστυχώς είναι για μια ζωή, τα θύματα τους: η ονοματοποιία του αδικήματος σαν «σεξουαλική παρενόχληση ανηλίκου», ή, ακόμα, «σεξουαλική κακοποίηση» δεν φέρνουν στο νου μας σχεδόν τίποτε- το αρρωστημένο, δηλαδή, ότι υπάρχουν πολλοί ανάμεσα μας που «Γαμούν παιδιά, βρέφη, μωρά», ανήλικα παιδία σαν εκείνα που ξέρεται∙ οι αριθμοί 1 στα 5 δεν λένε την αλήθεια, και ένας στατιστικολόγος ή ο οποιοδήποτε ασχολήθηκε με τη στατιστική θα σας πει για κάτι ποσοστά λάθους,1, 2, 5%, που στην πραγματικότητα, και για το θέμα που μιλούμε και όχι για κάποιου είδους εκλογική αναμέτρηση, σημαίνουν 1, 2,3, ή 5 ή 10 παιδιά πάνω κάτω που κατάφερε ή όχι ο κάθε αρρωστημένος, όχι άρρωστος, μα αρρωστημένος, να τους «τον ταΐσει»: να έχει στύση και να ικανοποιείται με εκείνο το παιδικό σώμα- να τα γαμά, κυριολεκτικά και μεταφορικά- εκείνα τα παιδιά που σαν ενήλικες με το ένα ή τον άλλο τρόπο είναι «Fucked up»∙ σκεφτείτε τα παιδιά στο νηπιαγωγείο του γιού ή της κόρης σας, στο δημοτικό, στο γυμνάσιο- σκεφτείτε το παιδί σας: ένα στα πέντε από αυτά τα παιδιά, ακόμα και βρέφη, δέχονται σεξουαλική επίθεση- και όχι το βλακώδες δικηγορικό και τάχατες νομικό, και, δυστυχώς πολιτικά σωστό «σεξουαλική παρενόχληση». Και τί σημαίνει σεξουαλική παρενόχληση- ας το περιγράψουμε λίγο: σκεφτείτε ότι ένας ενήλικάς αυνανίζεται μπροστά τους, ότι βάζει ότι έπρεπε να του κοπεί μέσα στο σώμα τους, στο σώμα του μωρού, ένα από αυτά τα πέντε που έχετε ήδη σκεφτεί∙ και, σε μια φιλική επίσκεψη που βρίσκεστε, πέντε μανάδες και πέντε παιδιά να παίζουν, ποιό από τα πέντε έχει ή κακοποιηθεί ή κακοποιείτε, μια φόρα, ή και συνέχεια;

 

Σε μερικά από τα άρθρα μου που θα ακολουθήσουν, θα σκιαγραφήσω με ακρίβεια το προφίλ, συμπεριφορές, τον τρόπο σκέψης τους, και ότι άλλο είναι αναγκαίο για να μπορεί ο κάθε γονιός να έχει κάποιο εργαλείο στα χέρια του, να ξέρει: κάποιο εργαλείο πέραν της σιωπής…

ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΝΤΡΟΠΗ

Εκείνος που είναι ειλικρινής δεν μπορεί να πεθάνει από ντροπή- αυτό είπε ο Λακάν∙ και, για να διερωτηθούμε, ας σχηματιστεί το ερώτημα του «Πώς μπορεί κάποιος, ένας άνθρωπος, να πεθάνει από ντροπή»;

 

Ίσως να είναι η λάθος ερώτηση: και τότε αν γράψουμε, «Πώς ζει κάποιος από και μέσα στη ντροπή»- αυτό και αν είναι θάνατος και η πιο συχνή αιτία, ή τρόπος αν θέλετε, που περνά το χρόνο του αυτός, ή αυτή, που φέρνουν ένα υποκείμενο στη ζωή, όχι για να το στηρίξουν αλλά για τους στηρίξει: εδώ κρύβεται η ύπαρξη του γονέα που δεν μπορεί να είναι στη θέση του πατέρα ή της μητέρας, που γεννάει κόρη «Για της κτίσει από πάνω»- να μην φύγει ποτέ από κοντά τους, και που, το άλλο παιδί, αν επαναστατήσει σε αυτή τη χρήση που τυγχάνει στο ασφυκτικό «επιθυμώ» του γονιού, καταστροφικό προς το παιδί, πληρώνει το τίμημα που αρμόζει σε επαναστάτη∙ η ντροπή φορτώνεται στο παιδί αφού η τελειότητα του γονιού δεν δέχεται να απολέσει ούτε ένα εκατοστό από την απόλαυση του∙ δηλαδή, βλέπουμε γονιούς που πάντα είναι με τα παιδιά τους και ποτέ μόνοι τους, ποτέ ζευγάρι άντρα και γυναίκας, και αν είχαν κάποια ζωή όταν ακόμα ήταν σε βρεφική ή παιδική ηλικία τα παιδιά τους, αυτό σταματά όταν αρχίζουν και ενηλικιώνονται μέσω της εφηβείας- και έχουμε κόρες που φέρνουν σε επαφή τους γονείς τους με τους γονείς του αγοριού τους, και αγόρια που εξιστορούν τις ερωτικές τους περιπέτειες προ της μάνα τους, που καμιά δεν θα της μοιάσει, που μπορεί να δεχτεί την «άλλη γυναίκα» μόνο όταν εξυπηρετεί την ίδια, που αρρωστά με τα κλασσικά υστερικά συμπτώματα, καταθλίψεις, κρίσεις πανικού κτλ μόλις μάθει ότι ο γιος της γνώρισε κάποια την οποία δεν ελέγχει.

 

Αυτοί οι γονείς, μόνοι τους δεν μπορούν ούτε λεπτό να αντέξουν την ίδια τους την παρουσία, γιατί απλώνεται μια τεράστια σιωπή μεταξύ τους, μια σχέση άχαρη, επαναληπτική, ψεύτικη, αναγκαία λόγο ντροπής: για αυτό το λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη που έχει ειπωθεί ή έχει γραφτεί ότι το παιδί γεννιέται μέσα από την επιθυμία των γονιών: ιδού και το επτακέφαλο τέρας του θανάτου από ντροπή, που κανένας ειλικρινής άνθρωπος, ως προς την επιθυμία του και την ηθική της, δεν κινδυνεύει να πεθάνει από αυτό- από αυτή μάλλον τη «ζωή θανάτου».

 

Και η γυναίκα- θέτει το σώμα της σε καθεστώς επιθυμητού, ακριβώς όταν ντρέπεται.

ΓΙΑ ΤΗ ΦΑΝΕΛΑ.

Όλα για τη φανέλα∙ τα χρώματα, τα ίδια, το ίδιο και το στυλ, σχεδόν∙ πρέπει να πιάνει τις λεπτομέρειες το μάτι σου, σαν τις γυναίκες, για να δεις τις διαφορές, μικρές διαφορές λογότυπου. Η τάδε κοινωνική τάξη θα φοράει κόκκινη Lacoste, μια άλλη χαμηλή τάξη, οικονομικά, θα ντύνει το κορμί της με Springfield, και οι λίγοι, εξαίρετη τάξη θα φοράει Burberry, θα φοράνε Louis Vuitton για να κοιμούνται∙ υπάρχουν και άλλες τάξεις, χωρίς λογότυπο. Και υπάρχουν και αυτοί που ενώ έχουν λεφτά, αγοράζουν και φοράνε copy έχοντας το σκεπτικό πως κανένας δεν θα υποψιαστεί πως είναι μή αυθεντική η φανέλα λόγο της κοινωνικής τους θέσης: και έχουν δίκαιο. Κανείς δεν μπορεί να προσέξει τη διαφορά σε αυτούς επειδή εκείνοι που τους βλέπουν χρειάζονται να τους κοιτάζουν με αυτό τον τρόπο και να τους θέτουν σαν ιδανικό που θα προσπαθήσουν να φτάσουν: όπως ξαναγράψαμε, ο πλούσιος πληρώνει λίγα, σχεδόν πάντα οι υπόλοιποι έχουν την ανάγκη να τον κερνούν.

Και θα ακούς το βαρετό, πάντα το ίδιο, ανάλογα με την εποχή, «Θα πάμε πάνω» ή το «Θα πάμε Πλάτρες», ή, «Θα πάμε στο εξοχικό μας», Πρωταρά ή σε κάποιο χωριό που είναι της μόδας ανάλογα με την εποχή: και εκεί θα βλέπεις τις ίδιες φανέλες, από τα ίδια σχολεία της κάθε πόλης, τα ίδια κουτσομπολιά για το ποιος χώρισε και με ποιον, παλιό συμμαθητή, είναι αυτή η κοπέλα τώρα ή αυτός ό άντρας, αρχίζοντας από εκείνο το κλασσικό πλέον «Έμαθες τα νέα;»∙ και, σε βάθος χρόνου όλοι είναι συγγενείς- μια μακρινή αιμομιξία: όλοι φοράνε τις ίδιες φανέλες τελικά. Και, αν και η ζωή λαμβάνει τόπο, όχι χώρα, σε νησί, νομίζεις πως βρίσκεσαι σε μεγαλούπολη αφού κανένας δεν είναι ήρεμος να απολαμβάνει το τι προσφέρετε σε ένα νησί- για να ηρεμήσει κάποιος πρέπει να είναι μαστούρης ή αποκλεισμένος από το κοινωνικό σύνολο- και θα φοράει φανέλες λερωμένες, αμαρκέ, θα μιλάει για ένα, άλλου είδους, ιδανικό του τύπου «Δεν πάω σε αυτούς τους τόπους επειδή είναι για τους φλώρους»∙ έτσι λειτουργά η ζήλεια και η αγάπη για τη φανέλα. Και διερωτάται, κάποιος, αν πούμε, για ποιό λόγο πληρώνουν για τούτες τις φανέλες: ποιός είναι ο λόγος του κάθε χρέους αν όχι οι ταυτίσεις, οι αναγκαίες κάτω από τις περιστάσεις, επειδή δεν πράττει το υποκείμενο προς την επιθυμία του;

Ένα νησί που δημιουργεί τάφους, άτομα που δεν εκφράζονται, δεν μιλούν- που φορούν φανέλες∙ πλεγμένα όμορφα και πολύχρωμα σάβανα για νεκρούς.

НЕ ВИДИМОСТЬ: НА ФОРМИРОВАНИЕ НИ-КОГО.

То, что не может быть высказано, – Акт. Елеонский дискурс о том, что лилипутская апокалипсическая практика одобряет Акт под открытым небом от линейных свечей времени, тех, что показывают до и после, и делает себя действующим из-за Евангелия от Матвея, которому Лакан посвятил повторение его имени в его семинаре на тему Акта – который и не вспоминается, когда речь заходит о Настоящем, которое не может быть высказано, с которым аналитики не могут вспомнить, как он действовал, они не могут принять его как должное и превратить, хотя бы, в Гензеля и Грету, метафору поиска выхода – но с которым должны сочувствовать по средствам злых чар вместо Евангелия ∙ то единственное, что было направлено Матвеем на евреев, как Лакан направил свои семинары на формирование психоаналитиков, будучи в положении воздушного передатчика от литературы, которую кто-то не может прочитать, до не следующей, а противоположной, которую другой евангелист написал: и Слово, которое не просто набор букв, противопоставленное Богу, но не движение букв за его пределами∙ Елеонский дискурс возник в момент страсти – ориентация, которая может начаться в пути для двоих – текущее заведование, как оно воплощено Дискоболом, если аналитик имеет в своем распоряжении самодержавную эгиду, как Цезарь, противоречащий элементарным правилам, потому что действовал так, как будто он сам представлял императора∙ беспокойство создается в мерцании понимания неграмотной вредности, и о котором аналитик не может с уверенностью сказать, что это результат труизма при алфавитном монозамещение букв – буква представляет букву вместо другой буквы: это апраксия (бездействие) времени, в котором Акты chirokinesthesian субъектов создают притчу, будучи вне времени, даже вне пещеры, в которой кто-то может видеть только тени платоновских слов, акты, которые достойны движения только в союзе с тишиной.

 

Шестой дискурс, о том, что не есть подобие, и у него нет тела, потому что он не является визуальным явлением, хотя тело в апокалипсисе, который не является подобием и, конечно, не концом времен, и присутствует у Матвея. И если был бы анализ сна, данный Фрейдом, то он был бы в произнесении фальшивой вины, обоснованной перед взглядом того, что сон заключен в плаче сына: «Отец, разве ты не видишь, я горю» чисто визуальное явление, достойное называться взглядом: какое ошибочное соотношение аналитического желания – аналитику, Пенни Георгиу, понадобилось задать простейший из простейших вопросов и понять, что весь набор интерпретаций был, в действительности, ошибочной верой времени, пока она не спросила «Что такое желание в том Сне?» Что является желанием, если не отцовское молчание, говорящее: «Сын, Я хотел бы, чтобы ты мне сказал». Вот как кто-то пытается заметить голос желания – слава Богу, у женщины это получилось, в этот раз, добиться качества, к которому мужчины даже боятся приблизиться∙ и все же существует порог, когда дело доходит до акта – подумать о чем-то, когда аналитики осмеливаются практиковать вязание. А противоположность Меланхолии, где тело брошено, а объект остается, апофеоз случается не тень, а свет, от которого тень лишается своей темной кожи, когда тело субъекта становится дерматографической внешностью при игре барабанов по литургическому движению букв в имени Бога, и их молчаливых букв∙ и, если бы аналитики осмелились искать дьявола, чтобы доказать математику такого заявления, то это уравнение могло бы иметь вид: исихазм минус Бог – но это поле деятельности женщин, за пределами наслаждения в действительности: Словесная Вещь.

 

Как уже было сказано, и еще раз, не Сущность, а Присутствие∙ присутствие, которое рядом, Παρά, следующее и навстречу, в движении чего-то, в котором не хватает присутствия чего-то еще, для, в момент дискурса, который должен быть выявлен, субъекта, если он выбирает, становится свободным человеком, хотя и платит высокую цену за такую свободу, так как тело взято как Настоящий Оболь, дар Харон∙ это дальше, чем Сущность – это Присутствие, шестой дискурс собственных последствий, в действительности не имеет подобия, для тела, соглашающегося разрешить желание, прямой подход к выравниванию символов, которые обезбаливают легенду о водах вблизи Башни Силоам, и таким образом этот Акт проваливается∙ парализованные до выхода на бодрящие мокроты божественного слюнотечения воды: когда метрическая система основана на символах и объекте, которые теперь желанны сами собой, а тело субъекта становится носителем желания. Это открытие, достойное ответственности  Модулера – но это именно то, что  отличает аналитика, принадлежащего к той группе, которую кто-то может  назвать великими аналитиками: его человечность, антропоморфная система, должны были бы позволить ему разрубить узел и использовать как нить, an Нить Ариадны, субъект подсчитывает биение букв в мольбе, охватывающий женщину. Делайте это, не боясь женщин в роли компаньона того, кто  удивительно превзошел страх кастрации, но все еще ищет, чтобы почесать свои гениталии, не будучи в состоянии создать любой возможной алгоритм музыки, просто чтобы убедиться, что они на том, же месте, кентавр, изогнутый и сформированный гипсом мужчины и женщины. И когда кто-то собирается оценить эту геометрию, которая движется, которую кинематики обозначают как Геометрию Движения, и которую Лакан назвал Актом, чтобы просветить аналитиков, кто-то просто пришел к осознанию вопроса о том, как изложить область, покрытую плазмой, словом, которое в греческом также означает субъект – кто-то создал: красивый и ужасающий символ, сингенный (родственный) плазме, мог бы быть Протопластами, до того, как у них появились знание о половых различиях: это Асоматическая (бестелесная) функция аналитика, чтобы получить Существо, о котором он сказал, но сейчас Акт за пределами сексуального несоответствия: по-настоящему страшного зверя, Речь которого и есть Акт.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΕΠΙΣΤΗΜΗ.

Ο νόμος του Θεού είναι αλλοδαπός -είναι δαιμονισμένος, ως προς το σημαίνον, το εγγραφόμενο  στον ερασιτεχνικό λόγο του θεάτρου της Πράξης, και στο διάλογο φυσικά∙ όχι μια λέξη, αλλά μια αλήθεια για το τέλος της επιχειρησιακής αποστολής, η οποία δεν είναι ένα πράττειν: δεν είναι η δημοκρατία των γραμμάτων, αναμφισβήτητα δεν είναι ότι θα μπορούσε να γίνει αυτό, αυτή δηλαδή η δημοκρατία ∙ ο αναλυτής, δεν είναι κάποιου γένους  φασματώδους όν: με λίγη τύχη θα μπορούσαν οι αναλυτές να δώσουν το έναυσμα για τις σκέψεις τους προς τους βρώμικους κόκκους του να έχουν επίγνωση της φύσης του θέματος που έπρεπε να γνωρίζουν, η οποία δεν είναι, όχι αυτή τη φορά, το σκιάχτρο της μεταβίβασης-  δεδομένου ότι η ορθή στάση στο πόντιουμ της, από όπου η ομιλία του όντος θα διαπλέξει την εξωτερική εμφάνιση της σε πράξη σαν μια αφή χωρίς χέρι∙ αυτό είναι ότι θα μπορούσε να κάνει αυτό το πλάσμα που ονομάζεται ψυχαναλυτής σε έκ-τακτο θνητό, γιατί δρα στο λόγο του και σ’ αυτό το σώμα που δεν μπορεί να είναι βιολογία αφού διερωτάται τί πάει να πει άνθρωπος: δεν είναι μια συνηθισμένη ποιότητα των αναλυτών, και θα μπορούσε να υπάρχει μια πολύωρη ερώτηση, κάτι για να εμπλουτίσουν αυτά τα μυαλά εκτός χρόνου, με ένα ορισμένο ποσό μιας υψηλής ποιότητας ευημερίας και ανάμεσα σε εξαιρετικούς οιωνούς που, όσο και αν είναι επιθυμητό, δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται, όπως ο Adler έγραψε, ηλίθιοι από τη γέννηση∙ και, ενώ η Ουσία αυτή τη στιγμή είναι σε διαχρονικό έδαφος και σε αντίθεση του υποκειμένου που φτύνει το Γράμμα, γιατί υπομένει, όχι χωρίς πείσμα, το γεωγραφικό πλάτος του σημαίνοντος, ο νόμος καταδέχεται να του σημαινοδοτήσει την πραγματική του αξία και να κάνει ακουστική την ομιλία που εκδηλώνεται ανάμεσα στη διάρκεια της ανάλυσης, κάτι σαν φρέσκα κεφάλαια για τη νέα οικονομική τοποθέτηση ως προς την ευχαρίστηση και την επιθυμία, έτσι ώστε να γίνεται ισορροπημένο, αυτό το υποκείμενο που όχι μόνο ομιλεί αλλά Πράττει το λόγο του, στη θεσπέσια κλίμακα του Αρχαγγέλου, του τί είναι μια Αξία σύμφωνα με τη δεδομένη επιθυμία του Αναπληρωτή Όντος: γιατί, μια λέξη για να έχει μια τιμή, μια αναβράζουσα, κάπως, των ιδίων κοπριάς που μπορεί να γίνει το λίπασμα του Ψυχαναγκαστικού, μέσα ή έξω λίπασμα, για εκείνους που είναι σε θέση να δράσουν, το θέμα δεν είναι πλέον οι στίχους αλλά η συ-στοιχία∙ τον κώδικα Bushido, ένα καλό παιχνίδι λέξεων για αυτούς τους φιλόλογους, να διαβιβάζουν και να συσχετίσουν με την προ-αναφερθέντα κοπριά, ο ηρωικός κώδικας, στον οποίο υπάρχει παράλληλα  ο διαστροφικός λόγος, με τη διαφορά να παραπαίει- πράγματι γύρο από ένα συμβολικό πέος- στο ότι ο ήρωας αφιερώνει το είναι του σε μια πράξη που εξυπηρετεί μια αιτία, ένα σκοπό: αυτή δεν είναι η πράξη της επιστήμης, αλλά της Αγάπης.

 

Και, αν τα αμφιβόλου γράματτα καλοσύνης, να περιγράγρματα μιας μουσικής, μουρμουρίζουν τις σημειώσεις τους, εντός της συνόδου μεταξύ του πρώτου ανάμεσα σε ίσους, κατά μήκος των μολυσμένων υδάτων του αρχιπελάγους της επιθυμίας, σχηματίζοντας λανθασμένα μια γραμμή και όχι ένα τρίγωνο, με το οποίο οι αναλυτές θα μπορούσαν να εφαρμόσουν το Πυθαγόρειο θεώρημα, και πάλιν λανθασμένα σε σχέση με την πλαστικότητα του γράμματος και της επιθυμίας, με τη διαβόητη υποτείνουσα να ισούται με τη προσθήκη και το υψόμετρο στη δεύτερη δύναμη, μια απλή εφαρμογή ενός τύπου που δεν ισούται με την εν-λόγο-πράξη, λόγω της απουσίας της αναβίωσης της επιθυμίας∙ γιατί, αν το σημαίνον χαρακτηρίζεται από μια ορισμένη πολυσημία, π νόμος παραχωρεί τη θέση του στη κίνηση της επιθυμίας, διότι η ψυχαναλυτική πράξη παράγει το Ον που πράττει, το ΕργΟΝ, έργο αγάπης του αναλυτή για την αιτία και όχι η επιστήμη, της επιστημονικότητας του ίδιου του υποκειμένου που υπόκειται στην αλήθεια του∙ να μην αγαπούν τον αναλυόμενο, και αυτό είναι, παρά τα φαινόμενα, η ακριβής ανθρωπιστική φύση της ψυχανάλυσης , αφού είναι η προσαρμογή της ύπαρξής του ηθοποιού σε μια πειθαρχία, μια πειθαρχία υψηλότερη από ότι ο κανόνας που ορίζει μια πρακτική ή μια ιδέα. Ο νόμος, με την έννοια της κατεύθυνσης, είναι σύμφυτος με την Αγάπη προς την αρχή της ψυχανάλυσης και όχι το αντικείμενο∙ σε αυτή την ανθρώπινη αρχή του γέλιου ο ψυχαναλυτής σχηματίζει την κίνηση της επιθυμίας του για μια ψυχανάλυση την οποία ο Freud απέδωσε ως την ενεργοποιημένη πτυχή της ποιότητας της κίνησης: γιατί, ένας σχηματισμός είναι η αναγωγή της επιθυμίας στη θέση της θεωρίας των μορφών ∙ δεν είναι δύναμη ή ωμότητα για το λόγο, διότι αυτές είναι ατομικές ουσίες σε άλλη διάταξη όπου ομιλούνται με τη γνώση, αυτήν που είναι αλλοδαπός ως προς την Πράξη.

 

Δεν υπάρχει καμία προϋπάρχουσα ηθική της πράξης στο μητρώο του νόμου∙ η επιθυμία αποτελεί ένα τέτοιο μητρώο εντός μητρώα, και χρησιμοποιεί το αντικείμενο της αιτίας της, από την οποία έλαβε το αναφαίρετο δικαίωμα να τεμαχίσει το ένα, που είναι πέρα ​​από τα μητρώα: ο σαμάνος ξέρει γι ‘αυτό, όσο και αυτό που είναι αλλοδαπός σε εκείνο που είναι σωστό και προέρχεται από το χώρο της επιστημονικής λειτουργίας: ο γελωτοποιός γνωρίζει, επίσης, ότι, καθώς, δεδομένου ότι, το κοινό γέλιο είναι ένα προϊόν της περιορισμένης έννοια∙ όπου δηλαδή η μεταφορά αποτυγχάνει, υπάρχει γέλιο∙ αυτά τα νέα είναι πράγματι χαρμόσυνα, είναι ακόμα καλύτερο αυτό το οποίο γίνεται με το γέλιο∙ επειδή ο νόμος που είναι αλλοδαπός θα πρέπει να είναι έξω από αυτό που είναι ηγεμονική λειτουργία, και, σίγουρα, όχι κοντά στην κακή φήμη για το ερώτημα τί είναι η επιστήμη: η επιστήμη είναι η επιστημολογική συζήτηση που απαγορεύει ένα θέμα στο να αντανακλάται διαφορετικά, και δεν είναι θηλυκή καθόλου ως προς τούτο- σε αυτή τη νομιμοποίηση της τυραννίας η επιθυμία του νόμου είναι αλλοδαπός- είναι ξενόφερτη∙ και, λόγω της αυτονομίας της, σε συνάρτηση μεταξύ της ελευθερίας και του σχηματισμού του γράμματος σε εκείνα τα νερά που ο Ηράκλειτος ονόμασε ως πάντα να μην είναι τα ίδια, η πράξη πραγματοποιείται στην ίδια την ψυχανάλυση: η αυτοκτονία του Φοίνικα της γλώσσας και η διείσδυση της κοσμοαντίληψης των λέξεις μέσα από το όριο που εγκαταστάθηκε από τον Λακάν διαμέσου του Φρόυντ ∙ και, αν η επιστήμη έγινε λόγος του Θεού χωρίς τίμημα, ή τιμή, δηλαδή η απόλυτη φωνή αν κάποιος προσπαθήσει να τη σκεφτεί από το την μη ελενχομενη παντοδυναμία ενός άψογου λόγου, στη συνέχεια, ο νόμος αυτός δεν μπορεί να είναι επιθυμία, η οποία είναι από το a Όντας Αθόρυβο παρά το πραγματικό της Φωνής: μόνο μέσω αυτού του πραγματικού οι αναλυτές θα μπορούσαν να είχαν προσφορά -αντάξια της ιστορίας της Πράξης -ή αλλιώς, θα πρέπει να μείνουν πίσω αθόρυβα στην απραξία τους, εκείνη την Ανεργία της ανεπαρκής θέσης του ΕργΟντος σκασμένο στα ΓλωσσοΜατικά  δίχως ίχνος ανθρωπισμού: η επιθυμία δεν είναι Ξένη προς την πράξη∙ η επιθυμία είναι η αυτόγραμμα της εν λόγω επιστολής που έχει εγγραφεί.

Μετάφραση: Μαρίνα Χαραλάμπους.

On the Desire that is Agape and not Science.

 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ.

Ο ψυχαναλυτής αναλύει τον αναλυόμενο • τί περισσότερο από μια μαρτυρία τρέλας για τον προσανατολισμό μας, εκείνο του Φροϋδικού σκοπού, και ένας πολύ καλός λόγο για τις μασχάλες κάποιου να είναι στην υπηρεσία της δυσίδρωσης: είναι ο αναλυόμενος που διαιρεί τον αναλυτή, σε εκείνη της διαδικασία που αναρωτιέται το πώς η επιθυμία καταλαμβάνει ένα σώμα που δεν είναι θύμα της εφίδρωση του γράμματος και είναι σε θέση να αναπνέει μέσα και έξω από ένα ξόρκι, γιατί το συν ένα δεν δημιουργεί ένα νόμο, αλλά τον εαυτό του, παράγεται από αυτή την επιθυμία που εκτελεί αντί ενός νόμου • αλλιώς, πώς να μιλάμε για αυτό που δεν μπορεί να είναι Λόγος, διότι δεν είναι γραμμένο, αν όχι από την γλυπτική ιδέα του ψιθυριστή της σκηνής, χωρίς τον έμμετρο λόγο ή ποίηση, μουρμουρίζοντας αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί- ότι, δηλαδή, είναι ένας νόμος;

Ο νόμος θέτει την αρχαγγελική ακρίβεια του πάνω στην κινητή γεωμετρία του πλάσματος, η οποία σαν παραμύθι εξόρμησης του θανάτου ξέρει τη διαφορά του πίσω από το προς τα εμπρός, και, από την οποία θα μπορούσαμε να μάθουμε τουλάχιστον ένα μόριο της αλήθειας, από το γράμμα στην ομιλία του: αυτό είναι το τί συμβαίνει όταν ο αναλυτής αφαιρείται από τη γλώσσα και το σημαίνον και, αν οι αναλυτές θα ήθελαν να έχουν ένα μέρος της ευπρέπειας και σεβασμού που ανα-Λογεί στην επιθυμία, έτσι ώστε να αναγνωρίζουν το φάσμα του Υποκείμενου που έπρεπε να γνωρίζει, τότε, ένα κερί θα πρέπει να αφιερωθεί σε ένα ιερό, από αναλυτές προς τους αναλυόμενούς τους, μερικές εκατοντάδες κατά την ακρίβεια, τέτοια, πέρα από κάθε αμφιβολία, ακριβώς επειδή είναι εκείνοι που υπηρετούν την ηθική του φροϋδικού αιτίου. Το γράμμα αρνείται τη γλώσσα ∙ δεν είναι σκουπίδι-η γλώσσα είναι το απόβρασμα του γράμματος, διότι, όπως, το γράμμα, δεν είναι γραμμένο, αλλά γλυπτό: ούτε νόμος ούτε ένα σώμα • ο συλλαβισμός με τα δάκτυλα, ως εκ τούτου, είναι μια καλή ακουστική βοήθεια για τους κωφούς αναλυτές, όταν ακούνε το νόμο και όχι την επιθυμία, παραλείποντας έτσι τα συμπλέγματα που δεν μπορούν να διαβαστούν, και, είναι σε αυτά τα ear-less ασπόνδυλα που ο νόμος προσφέρει τα δώρα του διαιρετικά, της αλλοδαπής ΠαρΟυσίας στη γλώσσα, εκτός αν ως παραλογής, Παρά το Λόγο, όχι αντί του αλλά παρά το μήκος της: στην αποτυχία της λέξης και της επιθυμίας, ο νόμος υπάρχει, αλλά όχι χωρίς το γράμμα.

Μετάφραση: Μαρίνα Χαραλάμπους
On the Dieresis of the Letter and Desire

Η ΠΡΑΞΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΞΕΝΗ – ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ.

Ο προσδιορισμός της Πράξης δεν είναι η αλήθεια – δεν μπορεί να είναι επακόλουθο μιας φιλαλήθειας την οποία μετασχηματίζει αφαιρετικά, και όχι ελεύθερα από το γίγνεσθαι, μιας εργασίας με ένα γόνο, όταν, όταν η ίδια, είναι παρθενογένεση: η Πράξη δεν υποχρεώνει την παρουσία του πατέρα – δεν είναι γίγνεσθαι αλλά μια καταστροφή. Και, στην ορμή του τηλεσκοπικού της μνήματος, μια ισχύ στο διάστημα του ιριδίων από την έρημοσύνη της επιθυμίας, αυτό που επικυρώνει για την αρχή η οποία είναι υψηλότερη του βασικού του διακυρήγματος και κάνει σιωπή την καθαγιασμένη ουσία της Πράξης, ο αναλυτής υποστηρίζεται από την ορμή του θανάτου, με τρόμο, η υπερβασία η οποία είναι η έμπιστος σύμβουλος όταν επέρχεται το θηλυκό και, το μόνο Όργανο το οποίο έχει την ικανότητα να κυμαίνεται αυτή την μεγάλη απόσταση μέσα στο λιβάδι, το οποίο είναι το Άπειρον, πέραν του Άλλου και του Ίδιον με αυτό που είναι Ξένο προς αυτό καθ΄αυτό το Λόγο.

Και, αν η εξάσκηση κατέληξε να σημαίνεται από τον Φρόυντ ως ψυχανάλυση και να υστερικοποιέιται με αυτονομία από το ιδεατό, από τον Λακαν, μαγεύοντας αναλυτές ένα βήμα νωρίτερα από του φέουδο του γυναικείου κύματος, το οποίο είναι σαφές μέχρι και τον πυρήνα της επιστημονικής έρευνας, αυτής που ανασυντάσσει το γράμμα ρωτώντας τις ορθές ερωτήσεις για την διερεύνηση του τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος, και όχι, αρχίζοντας από το καθαρώς, όχι συστηματικό, βήμα της υπόθεσης και όχι αυτό μιας θέσης ή αντίθεσης, αυτών των θέσεων του Άλλου ή του Ιδίου, η Πράξη είναι Ξένη στον λόγο που υποστηρίζει την εμφάνιση αυτής της γνώσης, με το οποίο ένα σύστημα τρέφεται με τα αγριολούλλουδα του προκαλώντας ή παραβιάζοντας την επιθυμία των αναλυτών, βάζοντας τους στον πειρασμό να ρωτήσουν Λοιπόν τι είναι μια Πράξη, μειώνοντας, έτσι, το μυστήριο και την μαγεία της ψυχανάλυσης στα εργαλεία μιας τεχνικής, όχι πολύ διαφορετικής από εκείνους τους μωρούς που ρωτούν Πως αναγνωρίζει κανείς τα κύρια σημαίνοντα∙ σε αυτή την περίπτωση η Πράξη, η οποία είναι Ξένη, είναι Ξένη προς αυτούς, ακριβώς λόγω των τελευταίων αυτών ερωτήσεων. Είναι, ακόμη περισσότερο ξένη, στους γραφείς, στους επιμελητές, και στους γραμματικούς σκλάβους, αυτούς τους γλωσσολόγους και φιλόλογους: σε αυτούς, η απόκριση του Θεού είναι, ότι, είναι πολύ βαριεστημένος με την υπερβολική τους εξύμνηση και τα Άβε Μαρία – η Πράξη δεν μπορεί να τύχει Πράξη από τους αυνανιστές της απομίμησης επειδή αυτοί δεν μπορούν να μαζέψουν οτιδήποτε πέραν της διακωμώδησης – αλλά, είναι αληθινοί υποκριτές ως προς το ότι η ευγένεια τιμά την φύση της απομίμησης.

Και, ας μας επιτραπεί να μεταφέρουμε την κίνηση και την απόσταση στη μονοτονική συζήτηση, απλώς για να γαργαλιστούν οι μασχάλες για να παράξουν λίγο γέλιο χωρίς ενοχές, διασκέδαση εάν είμαστε προορισμένοι να καλούμαστε ευμενείς, οικείο γέλιο, στην κενή θέση μιας αδύνατης μεταφοράς, μια άλλη είδους Πράξη την οποία οι αναλυτές δεν μπορούν να καλλιεργήσουν εφόσον είναι παγιδευμένοι στην απομονωτική βρωμιά μιας εγκρατούς ειρωνείας ∙ και, άς επωμιστούμε ότι αυτό το κήρυγμα είναι υπερβολικό, ένα που βρίσκεται στα χέρια των αναλυτών, των οποίων τα δάκτυλα δεν συσσωρεύονται για να λυγίσουν την κλωστή ενός μακροβολιού εφόσον δεν είναι η κατάλληλη ενασχόληση ενός παπαγάλου – όταν η επιθυμία είναι στο παιχνίδι, τότε, όντως, το βουνό, όπως και το αντικείμενο αίτιο εκείνης της επιθυμίας, παράγει εκείνα τα μακρά πόδια για τα οποία μίλησε ο Νίτσε, και φτάνει τον προφήτη, επειδή η επιθυμία κινεί βουνά: αυτή είναι μια Πράξη, όταν, όχι ο Προφήτης προσεγγίζει το βουνό, αλλά, όταν, ο θαυματουργός Ξένος, όταν το βουνό οδηγεί τον προφήτη να αποσυνθέσει την παντοδυναμία του από τεμπελιά και φόβο. Μια αρμόζουσα ερώτηση για έναν ηλίθιο, ο οποίος πρέπει να είναι ένας καλός αναλυτής, ο οποίος λειτουργεί από μια τοπολογία Ξένη προς αυτήν της υπόθεσης, θα μπορούσε να είναι Πως η επιθυμία μπορεί να κινήσει βουνά: αγαπητέ μωρέ: ένα μόνο Άνοιξε Πόρτα είναι αρκετό, μόνο ότι η ανταπάντηση πρέπει να αποκτήσει τις σωστές μουσικές νότες.

Η Πράξη δεν είναι Ξένη προς το μάστορα∙ αυτό το υποκείμενο προσεύχεται όσο μόνο είναι αρκετό, πολύ λίγο, και Πράττει πολύ, μια ηθική όχι πολύ αλλαγμένη από την Αγωγή, αυτή των Σπαρτιατών, και του ότι είναι το Όργανο της Πράξη: ο φιλόλογος είναι ένας δειλός, υπερβολικά πολιτικά-ορθός εραστής που οι γυναίκες, όσο και ο Θεός, βαριούνται εύκολα. Η Γυναίκα είναι Θεός – η Γυναίκα είναι Ξένη∙ ο Θεός όμως δεν είναι Η Γυναίκα εκτός και εάν θυληπρεποποιηθεί – μια ύπαρξη η οποία υπάρχει όντας Ξένη: αυτή είναι η δουλειά μιας Πράξης ερχόμενης ως ένα βέλος από μακριά σε μια τοποθεσία, από εκείνη την υπερβολή της οποίας η πρόθεση ως σφίγγαρέσει τον αναλυτή, επίσης, επειδή καταστεί αδρανή την βουλιμία του – την βουλιμία των αυτιών του που ψαχουλεύουν ως τσαντάκηδες το έδαφος της επιθυμίας. Αν ερωτηθούν διάφοροι, αναλυτές Ποιος ήταν ο πατέρας των παιδιών του Ζεβεδαίου – η απάντηση είναι ή του Άλλου ή του Ιδίου, εκτός, και εάν τύχει κατεύθυνσης το ερώτημα σε εκείνους τους αναλυτές οι οποίοι νομίζουν ότι είναι τα παιδιά του Ονόματος ή και του ίδιου του Ζεβεδαίου – και, θα ήταν Ξένο στον Άλλο ή και στο Ίδιο, η Πράξη, εάν ένας από εκείνους τους βιβλικούς αναλυτές δοκίμαζε να επαναδράσει στην απαίτηση με την υπερβολή μιας αποπροσωποποιημένης γραμματικής, χωρίς όνομα, ανυπότακτης στο γράμμα που παρουσιάζεται μέσα από τη σύμ-πτωση του υποκειμένου∙ και, με αυτό τον τρόπο η Πράξη εκτελεί την διαταγή εισάγοντας τον θάνατο της – η θυσία της τοπολογίας εκείνης απ’ όπου κάποιος μπορεί να βρει το κορόιδο του Ιδίου μέσα από τον Άλλο επειδή υπάρχει ένα ‘υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει’: δεν υπάρχει οτιδήποτε Ξένο με το τελευταίο – ούτε ψυχανάλυση υπάρχει: αυτό είναι ένας εξαιρετικά καλός λόγος για τα υποκείμενα σε ανάλυση να αρχίσουν να προσεύχονται – όταν δεν υπάρχει Πράξη.

Πέτρος Πατούνας, Λακανικός Ψυχαναλυτής.

Μετάφραση: Νικόλας Δευτεράς
The Act, which is Alien: Neither of the Other nor the Same.

Click to find out more.