ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ.

Ο ψυχαναλυτής αναλύει τον αναλυόμενο • τί περισσότερο από μια μαρτυρία τρέλας για τον προσανατολισμό μας, εκείνο του Φροϋδικού σκοπού, και ένας πολύ καλός λόγο για τις μασχάλες κάποιου να είναι στην υπηρεσία της δυσίδρωσης: είναι ο αναλυόμενος που διαιρεί τον αναλυτή, σε εκείνη της διαδικασία που αναρωτιέται το πώς η επιθυμία καταλαμβάνει ένα σώμα που δεν είναι θύμα της εφίδρωση του γράμματος και είναι σε θέση να αναπνέει μέσα και έξω από ένα ξόρκι, γιατί το συν ένα δεν δημιουργεί ένα νόμο, αλλά τον εαυτό του, παράγεται από αυτή την επιθυμία που εκτελεί αντί ενός νόμου • αλλιώς, πώς να μιλάμε για αυτό που δεν μπορεί να είναι Λόγος, διότι δεν είναι γραμμένο, αν όχι από την γλυπτική ιδέα του ψιθυριστή της σκηνής, χωρίς τον έμμετρο λόγο ή ποίηση, μουρμουρίζοντας αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί- ότι, δηλαδή, είναι ένας νόμος;

Ο νόμος θέτει την αρχαγγελική ακρίβεια του πάνω στην κινητή γεωμετρία του πλάσματος, η οποία σαν παραμύθι εξόρμησης του θανάτου ξέρει τη διαφορά του πίσω από το προς τα εμπρός, και, από την οποία θα μπορούσαμε να μάθουμε τουλάχιστον ένα μόριο της αλήθειας, από το γράμμα στην ομιλία του: αυτό είναι το τί συμβαίνει όταν ο αναλυτής αφαιρείται από τη γλώσσα και το σημαίνον και, αν οι αναλυτές θα ήθελαν να έχουν ένα μέρος της ευπρέπειας και σεβασμού που ανα-Λογεί στην επιθυμία, έτσι ώστε να αναγνωρίζουν το φάσμα του Υποκείμενου που έπρεπε να γνωρίζει, τότε, ένα κερί θα πρέπει να αφιερωθεί σε ένα ιερό, από αναλυτές προς τους αναλυόμενούς τους, μερικές εκατοντάδες κατά την ακρίβεια, τέτοια, πέρα από κάθε αμφιβολία, ακριβώς επειδή είναι εκείνοι που υπηρετούν την ηθική του φροϋδικού αιτίου. Το γράμμα αρνείται τη γλώσσα ∙ δεν είναι σκουπίδι-η γλώσσα είναι το απόβρασμα του γράμματος, διότι, όπως, το γράμμα, δεν είναι γραμμένο, αλλά γλυπτό: ούτε νόμος ούτε ένα σώμα • ο συλλαβισμός με τα δάκτυλα, ως εκ τούτου, είναι μια καλή ακουστική βοήθεια για τους κωφούς αναλυτές, όταν ακούνε το νόμο και όχι την επιθυμία, παραλείποντας έτσι τα συμπλέγματα που δεν μπορούν να διαβαστούν, και, είναι σε αυτά τα ear-less ασπόνδυλα που ο νόμος προσφέρει τα δώρα του διαιρετικά, της αλλοδαπής ΠαρΟυσίας στη γλώσσα, εκτός αν ως παραλογής, Παρά το Λόγο, όχι αντί του αλλά παρά το μήκος της: στην αποτυχία της λέξης και της επιθυμίας, ο νόμος υπάρχει, αλλά όχι χωρίς το γράμμα.

Μετάφραση: Μαρίνα Χαραλάμπους
On the Dieresis of the Letter and Desire

Η ΠΡΑΞΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΞΕΝΗ – ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ.

Ο προσδιορισμός της Πράξης δεν είναι η αλήθεια – δεν μπορεί να είναι επακόλουθο μιας φιλαλήθειας την οποία μετασχηματίζει αφαιρετικά, και όχι ελεύθερα από το γίγνεσθαι, μιας εργασίας με ένα γόνο, όταν, όταν η ίδια, είναι παρθενογένεση: η Πράξη δεν υποχρεώνει την παρουσία του πατέρα – δεν είναι γίγνεσθαι αλλά μια καταστροφή. Και, στην ορμή του τηλεσκοπικού της μνήματος, μια ισχύ στο διάστημα του ιριδίων από την έρημοσύνη της επιθυμίας, αυτό που επικυρώνει για την αρχή η οποία είναι υψηλότερη του βασικού του διακυρήγματος και κάνει σιωπή την καθαγιασμένη ουσία της Πράξης, ο αναλυτής υποστηρίζεται από την ορμή του θανάτου, με τρόμο, η υπερβασία η οποία είναι η έμπιστος σύμβουλος όταν επέρχεται το θηλυκό και, το μόνο Όργανο το οποίο έχει την ικανότητα να κυμαίνεται αυτή την μεγάλη απόσταση μέσα στο λιβάδι, το οποίο είναι το Άπειρον, πέραν του Άλλου και του Ίδιον με αυτό που είναι Ξένο προς αυτό καθ΄αυτό το Λόγο.

Και, αν η εξάσκηση κατέληξε να σημαίνεται από τον Φρόυντ ως ψυχανάλυση και να υστερικοποιέιται με αυτονομία από το ιδεατό, από τον Λακαν, μαγεύοντας αναλυτές ένα βήμα νωρίτερα από του φέουδο του γυναικείου κύματος, το οποίο είναι σαφές μέχρι και τον πυρήνα της επιστημονικής έρευνας, αυτής που ανασυντάσσει το γράμμα ρωτώντας τις ορθές ερωτήσεις για την διερεύνηση του τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος, και όχι, αρχίζοντας από το καθαρώς, όχι συστηματικό, βήμα της υπόθεσης και όχι αυτό μιας θέσης ή αντίθεσης, αυτών των θέσεων του Άλλου ή του Ιδίου, η Πράξη είναι Ξένη στον λόγο που υποστηρίζει την εμφάνιση αυτής της γνώσης, με το οποίο ένα σύστημα τρέφεται με τα αγριολούλλουδα του προκαλώντας ή παραβιάζοντας την επιθυμία των αναλυτών, βάζοντας τους στον πειρασμό να ρωτήσουν Λοιπόν τι είναι μια Πράξη, μειώνοντας, έτσι, το μυστήριο και την μαγεία της ψυχανάλυσης στα εργαλεία μιας τεχνικής, όχι πολύ διαφορετικής από εκείνους τους μωρούς που ρωτούν Πως αναγνωρίζει κανείς τα κύρια σημαίνοντα∙ σε αυτή την περίπτωση η Πράξη, η οποία είναι Ξένη, είναι Ξένη προς αυτούς, ακριβώς λόγω των τελευταίων αυτών ερωτήσεων. Είναι, ακόμη περισσότερο ξένη, στους γραφείς, στους επιμελητές, και στους γραμματικούς σκλάβους, αυτούς τους γλωσσολόγους και φιλόλογους: σε αυτούς, η απόκριση του Θεού είναι, ότι, είναι πολύ βαριεστημένος με την υπερβολική τους εξύμνηση και τα Άβε Μαρία – η Πράξη δεν μπορεί να τύχει Πράξη από τους αυνανιστές της απομίμησης επειδή αυτοί δεν μπορούν να μαζέψουν οτιδήποτε πέραν της διακωμώδησης – αλλά, είναι αληθινοί υποκριτές ως προς το ότι η ευγένεια τιμά την φύση της απομίμησης.

Και, ας μας επιτραπεί να μεταφέρουμε την κίνηση και την απόσταση στη μονοτονική συζήτηση, απλώς για να γαργαλιστούν οι μασχάλες για να παράξουν λίγο γέλιο χωρίς ενοχές, διασκέδαση εάν είμαστε προορισμένοι να καλούμαστε ευμενείς, οικείο γέλιο, στην κενή θέση μιας αδύνατης μεταφοράς, μια άλλη είδους Πράξη την οποία οι αναλυτές δεν μπορούν να καλλιεργήσουν εφόσον είναι παγιδευμένοι στην απομονωτική βρωμιά μιας εγκρατούς ειρωνείας ∙ και, άς επωμιστούμε ότι αυτό το κήρυγμα είναι υπερβολικό, ένα που βρίσκεται στα χέρια των αναλυτών, των οποίων τα δάκτυλα δεν συσσωρεύονται για να λυγίσουν την κλωστή ενός μακροβολιού εφόσον δεν είναι η κατάλληλη ενασχόληση ενός παπαγάλου – όταν η επιθυμία είναι στο παιχνίδι, τότε, όντως, το βουνό, όπως και το αντικείμενο αίτιο εκείνης της επιθυμίας, παράγει εκείνα τα μακρά πόδια για τα οποία μίλησε ο Νίτσε, και φτάνει τον προφήτη, επειδή η επιθυμία κινεί βουνά: αυτή είναι μια Πράξη, όταν, όχι ο Προφήτης προσεγγίζει το βουνό, αλλά, όταν, ο θαυματουργός Ξένος, όταν το βουνό οδηγεί τον προφήτη να αποσυνθέσει την παντοδυναμία του από τεμπελιά και φόβο. Μια αρμόζουσα ερώτηση για έναν ηλίθιο, ο οποίος πρέπει να είναι ένας καλός αναλυτής, ο οποίος λειτουργεί από μια τοπολογία Ξένη προς αυτήν της υπόθεσης, θα μπορούσε να είναι Πως η επιθυμία μπορεί να κινήσει βουνά: αγαπητέ μωρέ: ένα μόνο Άνοιξε Πόρτα είναι αρκετό, μόνο ότι η ανταπάντηση πρέπει να αποκτήσει τις σωστές μουσικές νότες.

Η Πράξη δεν είναι Ξένη προς το μάστορα∙ αυτό το υποκείμενο προσεύχεται όσο μόνο είναι αρκετό, πολύ λίγο, και Πράττει πολύ, μια ηθική όχι πολύ αλλαγμένη από την Αγωγή, αυτή των Σπαρτιατών, και του ότι είναι το Όργανο της Πράξη: ο φιλόλογος είναι ένας δειλός, υπερβολικά πολιτικά-ορθός εραστής που οι γυναίκες, όσο και ο Θεός, βαριούνται εύκολα. Η Γυναίκα είναι Θεός – η Γυναίκα είναι Ξένη∙ ο Θεός όμως δεν είναι Η Γυναίκα εκτός και εάν θυληπρεποποιηθεί – μια ύπαρξη η οποία υπάρχει όντας Ξένη: αυτή είναι η δουλειά μιας Πράξης ερχόμενης ως ένα βέλος από μακριά σε μια τοποθεσία, από εκείνη την υπερβολή της οποίας η πρόθεση ως σφίγγαρέσει τον αναλυτή, επίσης, επειδή καταστεί αδρανή την βουλιμία του – την βουλιμία των αυτιών του που ψαχουλεύουν ως τσαντάκηδες το έδαφος της επιθυμίας. Αν ερωτηθούν διάφοροι, αναλυτές Ποιος ήταν ο πατέρας των παιδιών του Ζεβεδαίου – η απάντηση είναι ή του Άλλου ή του Ιδίου, εκτός, και εάν τύχει κατεύθυνσης το ερώτημα σε εκείνους τους αναλυτές οι οποίοι νομίζουν ότι είναι τα παιδιά του Ονόματος ή και του ίδιου του Ζεβεδαίου – και, θα ήταν Ξένο στον Άλλο ή και στο Ίδιο, η Πράξη, εάν ένας από εκείνους τους βιβλικούς αναλυτές δοκίμαζε να επαναδράσει στην απαίτηση με την υπερβολή μιας αποπροσωποποιημένης γραμματικής, χωρίς όνομα, ανυπότακτης στο γράμμα που παρουσιάζεται μέσα από τη σύμ-πτωση του υποκειμένου∙ και, με αυτό τον τρόπο η Πράξη εκτελεί την διαταγή εισάγοντας τον θάνατο της – η θυσία της τοπολογίας εκείνης απ’ όπου κάποιος μπορεί να βρει το κορόιδο του Ιδίου μέσα από τον Άλλο επειδή υπάρχει ένα ‘υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει’: δεν υπάρχει οτιδήποτε Ξένο με το τελευταίο – ούτε ψυχανάλυση υπάρχει: αυτό είναι ένας εξαιρετικά καλός λόγος για τα υποκείμενα σε ανάλυση να αρχίσουν να προσεύχονται – όταν δεν υπάρχει Πράξη.

Πέτρος Πατούνας, Λακανικός Ψυχαναλυτής.

Μετάφραση: Νικόλας Δευτεράς
The Act, which is Alien: Neither of the Other nor the Same.

Click to find out more.

АКТ, КОТОРЫЙ ЧУЖД – И ДРУГОМУ, И САМОМУ СЕБЕ.

Определение Акта не является истиной – если он сопровождается правдивостью, то становится афаретичным и не свободным от действия, труда с родителем, когда, он сам по себе является партеногенезом: Акт не обязывает отца∙ это не действие, а бездействие. А в момент его телескопического погребения, сила находящаяся в радужном от желания пространстве, одобряет принцип, который выше фундаментальных законов, и заставляет замолчать святую сущность Акта, аналитик опирается на стимул Смерти и ужаса, излишество – которое является наперстником, когда дело касается женщины – единственный Орган, который имеет возможность варьировать удаленность от поля, которым является Бесконечность, вне Другого и Самого себя, который Чужд самой речи.

И, если практика появилась, чтобы быть обозначенной Фрейдом как психоанализ, и автономно отстающей от идеала Лаканом, очаровательные аналисты на шаг вперед той вотчины женской волны, которая с точностью научного мышления задается правильными вопросами в отношении того, что значит быть человеком, начиная с абсолютно не систематичного способа гипотезы, а не тезисов и антитезисов понятий о Другом или Самом себе, Акт Чужд дискурсу, поддерживающему видимость знания, которой система удобряет свои полевые цветы, провоцируя или нарушая желание аналитиков, искушая их вопросом, Так что же такое Акт, сокращая тайну и магию психоанализа до методического инструмента, не сильно отличающихся от тех простаков, которые задаются вопросом, Как распознать настоящего мастера∙ в этом случае акт, который Чужд, Чужд им из-за этих последних вопросов. Он еще более чужд для книжников, редакторов и грамматических рабов, для лингвистов и филологов: для них Божий ответ в том, что он устал от чрезмерного прославления Девы Марии – Акт не может производиться подражающими идиотами, потому что они ничего не могут собрать вне имитации – но они настоящие актеры в своем дворянском почитании природы подобия.

И позвольте нам переместить движение и расстояние в монотонную беседу, просто чтобы подразнить кого-то и вызвать безупречное хихиканье, развлечение, если мы обречены быть названными благоприятными и смехачами в отсутствие невозможной метафоры, другой вид Акта, который аналитики не могут культивировать, так как они попали в ловушку изолирующей грязи самоиронии∙ и позвольте нам взять на себя смелость сказать, что эта проповедь как большой лук, один в руках аналитиков, чьи пальцы не сгибаются при надломе стрелки большого лука, так как это не подходящее занятие для попугая – когда в игру вступает желание, то, в действительности, гора, вызвавшая это желание, создает те удлинненые ноги, говорил Ницше, и достигает пророка, потому что желание способно сдвинуть горы: вот что такое Акт, когда не Пророк приближается к горе, а когда это делает чудесный Чужой, когда гора движется к пророку, чтобы сгноить его всемогущество ленью и страхом. Подходящий вопрос для идиота, каким должен быть хороший аналитик, действующий с топологии Чужого к гипотезе, которая могла бы быть, Как желание передвигает горы: дорогой простак: одного «Сезам, Откройся» уже достаточно, но возражение должно приобрести соответствующие музыкальные ноты.

Акт не Чужден искусному человеку∙ этот субъект молится достаточно, но мало, а Действует много, этика не слишком изменилась со времен Агогэ Спартанцев, и его сущность есть Орган Акта: филолог трус, сильно политкорректный любовник, от которого женщины, как и Бог, быстро устают. Женщина Бог- Женщина Чужая∙ хотя Бог не Женщина, если только он не феминизирован – существование, которое возможно только будучи Чуждым: вот работа Акта, попадающего, как стрела из далека, в точку, с того большого лука, чье намерение сфинкса тоже нравится аналитику, потому оно обездвижевает его булемию – булемию его ушей, которая крадет почву желания. Просто спросите аналитика, Кто был отцом детей Зеведея – ответ будет ли либо Другим, либо таким же, если только вы не обращаетесь к тем аналитикам, которые думают, что они дети того Имени или самого Зеведея – и это было бы Чуждо Другому или Самому себе, Акт, если кто-нибудь из тех библейских аналитиков предпримет ре-акцию на требование большого лука об обезличивании грамматики, безымянно, бес-предметно для букв; и в этой манере Акт исполняет команду, представляя свою собственную смерть – жертва места, где кто-нибудь находит обманщика; и здесь есть обманщик, так как есть предмет, который он должен знать: нет ничего Чуждого в последнем – и психоанализа тоже нет: это исключительно хорошая причина для субъектов в анализе начать молиться – когда нет Акта.

Автор: Петрос Патунас
Перевод: Регина Ибрагимова