Ο ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Καλώς την! Καταθλιμμένη, σκληρό το πρόσωπό της, ταυτισμένη με το παράπονο, μα δεν το δείχνει- δεν θα το επέτρεπε άλλωστε και η κοινωνική της θέση, οπότε έχασε την κατεύθυνσή της προς τη ζωή· μα την ψυχή και τα μάτια δεν τα γελάς: ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, να παραπονιέται δηλαδή,  αφού μια ζωή, σαράντα χρονών και κάτι τώρα, από τον καιρό που ήταν παιδί, δεν έπραξε ούτε μία φορά αυτό που ήθελε, και άμα καμιά φορά το έκανε, πάντα κάτι γινόταν για να της αποδείξει ότι δεν ήταν το σωστό: θα κτυπούσε, θα αποτύγχανε, δεν θα ήταν αυτό που έκαναν οι υπόλοιποι, μια ζωή δηλαδή να είναι η αποτυχία ως προς την επιθυμία της. Της το απαγόρευσαν κάμποσες φορές, η αλήθεια να λέγεται, σαν παιδί, μα και η ίδια δεν έκανε και τίποτε για να γράψει τη ζωή της διαφορετικά. Μια πολύ όμορφη κυπριακή ιστορία- πραγματικό παραμύθι· το νυφικό το διάλεξε η μάνα της τότε, το γαμπρό η ίδια αλλά με βάση τις προτιμήσεις του πατέρα: έγιναν καλή οικογένεια, μαζί όλοι, και δύο παιδιά· όλα μια χαρά και χίλιες τρομάρες, πανικούς, κρίσεις, καταθλίψεις· είναι καλό να γνωρίζετε πως κάτι από την παραγκωνισμένη επιθυμία θα βρει τρόπους να ειπωθεί, να εκφραστεί, έστω και με επικοινωνιακά βίαιους δρόμους· τέλος πάντων, εκείνη παραπονιέται ακόμα και λέει πως δεν καταλαβαίνει γιατί δεν μπορεί να είναι χαρούμενη με αυτά τα πολλά που έχει, τα σπίτια, τα λεφτά και ρίχνει το φταίξιμο στις φοβίες, στις ζαλάδες, στους πανικούς- ξοδεύει το χρόνο για να διερωτάται σαν οκνηρός φιλόσοφος αν βοηθάει περισσότερο η φαρμακευτική αγωγή ή η ψυχανάλυση, ο ψυχίατρος ή ο ψυχαναλυτής: ποτέ δεν διερωτήθηκε τι πρέπει να κάνει η ίδια επειδή ακόμα δίνει χώρο σε αυτόν τον Μεγάλο Άλλο να τη διέπει με το να κρατά αυτή τη θέση του ανήμπορου· ο Άλλος με τον οποίο ζει ασυνείδητα είναι μια τοπολογία αν θέλετε, που την χρειάζεται για να υπάγεται στην παρακάτω εξίσωση: και λέει αυτή η εξίσωση ότι «Για να υπάρχω εγώ σαν εκείνος που μπορεί τα πάντα, εσύ κοπέλα μου πρέπει να είσαι ανήμπορη».

 

Και προχωράει όμορφα η ζωή! Ανέραστη, κουβέντα δεν μιλιέται στο σπίτι· έχουν τρεις τηλεοράσεις γιατί κανείς δεν αντέχει κανένα, ούτε τα παιδιά τους γονείς τους. Αυτή σε κάποια φάση νόμισε πως φταίνε τα ορμονικά, μετά η ουσίες στον εγκέφαλο, μα, κανένα από αυτά δεν μπορεί να κρύψει μια γυναίκα που δεν είναι ερωτευμένη, που πνίγεται, που αποζητά τη ζωή και την αναπνοή μέσα από τις κρίσεις πανικού της- το τελευταίο της χαρτί δηλαδή, σε αυτή την περίπτωση, για να κατευθυνθεί προς το τι εστί ζωή. Προσπάθησε και παλαιότερα να αναπνεύσει μα, η μάνα της, ποιος άγιος να την κάνει μάνα, μα η μάνα της έλεγα φώναζε το μοιρολόι «Μη γελαστείς να χωρίσεις» και δεν έβλεπε την κόρη της που μαράζωνε σε ένα γάμο άρρωστο και περπατούσε μια ζωή χαριτωμένου θανάτου: αυτού με τα κοινωνικά δρώμενα, ένα από αυτούς τους γάμους χωρίς επιθυμία- αυτούς τους γάμους με άλλα λόγια που δημιουργούν τις αληθινές «διαλυμένες οικογένειες» ακριβώς επειδή άτομα που δεν μπορεί ο ένας τον άλλον μένουν μαζί. Και έτσι ζει με τους πανικούς της, με τον άντρα της που δεν την αγγίζει και που αυτή η ιδία δεν θέλει να αγγιχτεί· αν δεν το είχε η εικόνα της οικογένειας, αυτή που προστάζει τέσσερα άτομα, να υπάρχουν παιδιά δηλαδή, ίσως να μην άγγιζε κανείς κανένα, ποτέ· ανέραστα, δίχως επιθυμία, γράφω τα ίδια γιατί έτσι φτιάχνεται το νέο έθνος περήφανων Κύπριων, Ελλήνων, Ευρωπαίων· όντα νεκρά, κρέατα χωρίς την ανάσα που προσφέρει στη ζωή η πράξη του να τη ζεις. Και η λύση της δεν είναι ο χωρισμός μα το να διαχωριστεί από ό,τι την προστάζει να πάει σε κατευθύνσεις πέραν από αυτές που κάνουν τη ψυχή της να λουλουδίζει· και αν το πάρει απόφαση, να χαρεί δηλαδή, και οι γύρω της και οι κοντά της δεν μπορούν να είναι χαρούμενοι με την γαλήνη της – τότε, τότε, τότε: τότε δεν μπορούν να είναι ούτε γύρω της ούτε κοντά της: μόνο με αυτή μεγαλεξανδρινή πυγμή θα λυθεί αυτός ο κόμπος. Το να χαθούν αυτοί δεν είναι τίμημα.

 

Και το λυπητερό είναι: ότι εσύ νομίζεις πως γράφτηκε αυτό το κομμάτι για σένα, για την περίπτωση τη δική σου- δεν είσαι ένας ή μια, αλλά χιλιάδες: μια λεγεώνα. Με αυτό το τρόπο δένονται ομάδες, οικογένειες, κράτη-λεγεώνες.

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΑΠΑ

Πρόσφατα έχει συζητηθεί, αρκετά θα έλεγα, αλλά όχι πάρα πολύ, το γεγονός της «εμφάνισης»  του Χριστού σε γνωστό μπαράκι της Λεμεσού, ένας Ιησούς Χριστός «βιολογικά μεταλλαγμένος», όπου παρουσιάζεται με μάσκα παλιάτσου, μιας αναπαράστασης της οποίας η καλλιτεχνική ομάδα προσπάθησε να χρησιμοποιήσει σαν μεταφορά για το τι γίνεται στη Κύπρο: μεταφορά η οποία απότυχε παταγωδώς, επειδή, αυτή τη χρονική περίοδο της κυπριακής ιστορίας, με τη κρίση, την ανεργία, θα γράψω και την πείνα, κανένας δεν μπορεί να ταυτιστεί ή να τραυματιστεί, έστω και σαν αστείο, με και από την εικόνα ενός καλοαναγιωμένου Χριστού∙ ο κύριος λόγος που δεν συζητήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτό το περιστατικό είναι γιατί δεν περιέχει κανένα φιλοσοφικό υπόβαθρο πίσω της η ενέργεια, ή, η παράσταση, της καλλιτεχνική ομάδας του Κουάπα, που, κατά τη γνώμη μου, αν δεν πληρώνονταν από το μπαράκι μάλλον δεν θα είχαν δουλειά, αφού η αντί-αντίδραση προς ιερά σύμβολα έρχεται όταν η κοινωνία και τα σημεία αναφοράς της, θρησκευτικά και μη, απειλούνται- και αυτό που παρουσιάστηκε στο Κουάπα ήταν γελοίο, αλλα όχι αστείο, ούτε καν ανέκδοτο∙ και δεν μπορώ να χαρακτηριστώ σαν θρησκόληπτος ή θρησκευόμενος με τη γενική ερμηνεία των λέξεων, ή, μάλλον, θα είναι καλύτερα να γράψω με οποιαδήποτε ερμηνεία: για να υπάρχουν σοβαρές αντιδράσεις, που εμπνέουν τον κόσμο, πρέπει ο λόγος που περικλείεται και αρθρώνεται σε μια καλλιτεχνική πράξη να μπαίνει στη ψυχή του ανθρώπου, να την αναστατώνει- αυτό είναι μια εισήγηση για την επομένη παράσταση, με παλιάτσους ή όχι, με Χριστούς και Ά-Χριστούς.

 

Παρόλα αυτά, το γεγονός ήταν αρκετό για να δούμε πολλές απόψεις της κυπριακής κοινωνίας σε σχέση με το συμβάν∙ από την ηλιθιότητα των καλλιτεχνών και την ανακοίνωση του Κουάπα ότι δεν ήθελε με κανένα τρόπο να προσβάλει τις θρησκευτικές αξίες, μια ανακοίνωση που αν διαβαστεί καταλαβαίνει κάποιος πως αυτό ακριβώς ήθελαν να κάνουν, ως το μη καλλιτεχνικό τρόπο που το παρουσίασαν, μιας δηλαδή φτηνής απομίμησης, και πολύ κακής, μεγάλων συγγραφέων και καλλιτεχνών που είχαν μια φιλοσοφία πίσω από του τι έγραψαν ή ερμήνευσαν για τη ζωή του Χριστού, όπως ο Dario Fo, Jose Saramago, ο Νίκος Καζαντζάκης κτλ∙ και, από την άλλη έχουμε την ίδια ηλιθιότητα, μα που πηγάζει από έναν φανατισμό, από αυτούς που δεν αφήνουν τα παιδιά τους να γιορτάζουν τα καρναβάλια επειδή «είναι του διαβόλου»: πριν λίγο καιρό ένας φίλος έγραψε πως μερικά δρώμενα στη Κύπρο θυμίζουν Ιράν- και είχε δίκαιο∙ θα προσθέσω και κάποια άλλα Ιρανικά χαρακτηρίστηκα, υπονοώντας την «καλλιτεχνική» άποψη του Κουάπα, που θα ονομάσω με μια συνήθεις έκφραση  που αρμόζει για την περίπτωση, «Ο Θεός να την κάμει καλλιτεχνική»∙ και, έχουμε του γονείς των παιδιών, τους φανατικούς από τη μια πλευρά, να χαίρονται που δεν επέτρεπαν στα παιδιά τους να πηγαίνουν στο μπαράκι αυτό, και από την άλλη τους ανοικτόμυαλους να λένε «Και τί έγινε» προωθώντας τα παιδιά τους να γίνουν ψευδό-επαναστάτες επειδή οι ίδιοι είναι καταπιεσμένοι σε γάμους που δεν θέλουν, σε τεράστια σπίτια που δεν τους χωράνε, σε σώματα που δεν έχουν κατεύθυνση στη ζωή, πνιγμένοι στα ευρώ που πρέπει να σπαταληθούν στη θέση της επιθυμίας τους που θυσίασαν: και υπάρχουν και οι άλλοι, που αρχίζουν να μιλάνε με το «Πρώτα ο Θεός», ένας Θεός πλασμένος στο μυαλό τους, που δεν του αρέσουν τα αστεία, οι παλιάτσοι του Κουάπα, που δεν βλέπουν το γελοίο της κατάστασης, γυναίκες που μετατρέπονται συμβολικά σε άντρες, και άντρες εκφραστές της θηλυπρέπειας, άντρες που πειράζουν παιδιά μετά από σαράντα μέρες νηστείας- και αυτούς τους ενόχλησε το Κουάπα και ένας παλιάτσος που δεν ήταν καν αστείος, απότυχε δηλαδή στο έργο του να μας διασκεδάσει, και ειδικά όλους αυτούς τους αγέλαστους: τους σοβαροφανείς του «καλού κόσμου». Χριστούς που υποφέρουν -πολλοί- συμπατριώτες μας δηλαδή που γίνονται σιγά σιγά μοντέρνα γλυπτά, αγάλματα της πείνας- αυτοί θα μπορούσαν άνετα να μπουν πάνω στο σταυρό του Κουάπα, και όχι ο, ας γράψουμε, ο αποτριχωμένος, πρησμένος και γυμνασμένος πούλουκος με τη μασκα του παλιάτσου∙ και, από την άλλη, το πραγματικό πρόβλημα της όλης κατάστασης είναι ότι υπήρχαν άτομα που θίχτηκαν με αυτό το «έργο τέχνης» – αυτό και αν μπορεί να σχολιαστεί, αλλά δεν έχω την όρεξη, τουλάχιστον παραπάνω από αυτά που γραφτήκαν∙ τέλος πάντων.

 

Αν είναι αναγκαίο, που είναι, να γίνει κάτι πραγματικά επαναστατικό στη Κύπρο, αυτό θα πρέπει να έχει σύμβολο κάποιου είδους «Χριστό» που να μη φοράει μάσκα∙ ακριβώς αυτές οι μάσκες είναι η ρίζα του κακού: κάποιον που το σώμα του να παρα-λαμβάνει την ευθύνη του λόγου του και να πληρώνει το τίμημα της πράξης.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΠΟ ΝΤΡΟΠΗ

Εκείνος που είναι ειλικρινής δεν μπορεί να πεθάνει από ντροπή- αυτό είπε ο Λακάν∙ και, για να διερωτηθούμε, ας σχηματιστεί το ερώτημα του «Πώς μπορεί κάποιος, ένας άνθρωπος, να πεθάνει από ντροπή»;

 

Ίσως να είναι η λάθος ερώτηση: και τότε αν γράψουμε, «Πώς ζει κάποιος από και μέσα στη ντροπή»- αυτό και αν είναι θάνατος και η πιο συχνή αιτία, ή τρόπος αν θέλετε, που περνά το χρόνο του αυτός, ή αυτή, που φέρνουν ένα υποκείμενο στη ζωή, όχι για να το στηρίξουν αλλά για τους στηρίξει: εδώ κρύβεται η ύπαρξη του γονέα που δεν μπορεί να είναι στη θέση του πατέρα ή της μητέρας, που γεννάει κόρη «Για της κτίσει από πάνω»- να μην φύγει ποτέ από κοντά τους, και που, το άλλο παιδί, αν επαναστατήσει σε αυτή τη χρήση που τυγχάνει στο ασφυκτικό «επιθυμώ» του γονιού, καταστροφικό προς το παιδί, πληρώνει το τίμημα που αρμόζει σε επαναστάτη∙ η ντροπή φορτώνεται στο παιδί αφού η τελειότητα του γονιού δεν δέχεται να απολέσει ούτε ένα εκατοστό από την απόλαυση του∙ δηλαδή, βλέπουμε γονιούς που πάντα είναι με τα παιδιά τους και ποτέ μόνοι τους, ποτέ ζευγάρι άντρα και γυναίκας, και αν είχαν κάποια ζωή όταν ακόμα ήταν σε βρεφική ή παιδική ηλικία τα παιδιά τους, αυτό σταματά όταν αρχίζουν και ενηλικιώνονται μέσω της εφηβείας- και έχουμε κόρες που φέρνουν σε επαφή τους γονείς τους με τους γονείς του αγοριού τους, και αγόρια που εξιστορούν τις ερωτικές τους περιπέτειες προ της μάνα τους, που καμιά δεν θα της μοιάσει, που μπορεί να δεχτεί την «άλλη γυναίκα» μόνο όταν εξυπηρετεί την ίδια, που αρρωστά με τα κλασσικά υστερικά συμπτώματα, καταθλίψεις, κρίσεις πανικού κτλ μόλις μάθει ότι ο γιος της γνώρισε κάποια την οποία δεν ελέγχει.

 

Αυτοί οι γονείς, μόνοι τους δεν μπορούν ούτε λεπτό να αντέξουν την ίδια τους την παρουσία, γιατί απλώνεται μια τεράστια σιωπή μεταξύ τους, μια σχέση άχαρη, επαναληπτική, ψεύτικη, αναγκαία λόγο ντροπής: για αυτό το λόγο είναι λανθασμένη η αντίληψη που έχει ειπωθεί ή έχει γραφτεί ότι το παιδί γεννιέται μέσα από την επιθυμία των γονιών: ιδού και το επτακέφαλο τέρας του θανάτου από ντροπή, που κανένας ειλικρινής άνθρωπος, ως προς την επιθυμία του και την ηθική της, δεν κινδυνεύει να πεθάνει από αυτό- από αυτή μάλλον τη «ζωή θανάτου».

 

Και η γυναίκα- θέτει το σώμα της σε καθεστώς επιθυμητού, ακριβώς όταν ντρέπεται.

НЕ ВИДИМОСТЬ: НА ФОРМИРОВАНИЕ НИ-КОГО.

То, что не может быть высказано, – Акт. Елеонский дискурс о том, что лилипутская апокалипсическая практика одобряет Акт под открытым небом от линейных свечей времени, тех, что показывают до и после, и делает себя действующим из-за Евангелия от Матвея, которому Лакан посвятил повторение его имени в его семинаре на тему Акта – который и не вспоминается, когда речь заходит о Настоящем, которое не может быть высказано, с которым аналитики не могут вспомнить, как он действовал, они не могут принять его как должное и превратить, хотя бы, в Гензеля и Грету, метафору поиска выхода – но с которым должны сочувствовать по средствам злых чар вместо Евангелия ∙ то единственное, что было направлено Матвеем на евреев, как Лакан направил свои семинары на формирование психоаналитиков, будучи в положении воздушного передатчика от литературы, которую кто-то не может прочитать, до не следующей, а противоположной, которую другой евангелист написал: и Слово, которое не просто набор букв, противопоставленное Богу, но не движение букв за его пределами∙ Елеонский дискурс возник в момент страсти – ориентация, которая может начаться в пути для двоих – текущее заведование, как оно воплощено Дискоболом, если аналитик имеет в своем распоряжении самодержавную эгиду, как Цезарь, противоречащий элементарным правилам, потому что действовал так, как будто он сам представлял императора∙ беспокойство создается в мерцании понимания неграмотной вредности, и о котором аналитик не может с уверенностью сказать, что это результат труизма при алфавитном монозамещение букв – буква представляет букву вместо другой буквы: это апраксия (бездействие) времени, в котором Акты chirokinesthesian субъектов создают притчу, будучи вне времени, даже вне пещеры, в которой кто-то может видеть только тени платоновских слов, акты, которые достойны движения только в союзе с тишиной.

 

Шестой дискурс, о том, что не есть подобие, и у него нет тела, потому что он не является визуальным явлением, хотя тело в апокалипсисе, который не является подобием и, конечно, не концом времен, и присутствует у Матвея. И если был бы анализ сна, данный Фрейдом, то он был бы в произнесении фальшивой вины, обоснованной перед взглядом того, что сон заключен в плаче сына: «Отец, разве ты не видишь, я горю» чисто визуальное явление, достойное называться взглядом: какое ошибочное соотношение аналитического желания – аналитику, Пенни Георгиу, понадобилось задать простейший из простейших вопросов и понять, что весь набор интерпретаций был, в действительности, ошибочной верой времени, пока она не спросила «Что такое желание в том Сне?» Что является желанием, если не отцовское молчание, говорящее: «Сын, Я хотел бы, чтобы ты мне сказал». Вот как кто-то пытается заметить голос желания – слава Богу, у женщины это получилось, в этот раз, добиться качества, к которому мужчины даже боятся приблизиться∙ и все же существует порог, когда дело доходит до акта – подумать о чем-то, когда аналитики осмеливаются практиковать вязание. А противоположность Меланхолии, где тело брошено, а объект остается, апофеоз случается не тень, а свет, от которого тень лишается своей темной кожи, когда тело субъекта становится дерматографической внешностью при игре барабанов по литургическому движению букв в имени Бога, и их молчаливых букв∙ и, если бы аналитики осмелились искать дьявола, чтобы доказать математику такого заявления, то это уравнение могло бы иметь вид: исихазм минус Бог – но это поле деятельности женщин, за пределами наслаждения в действительности: Словесная Вещь.

 

Как уже было сказано, и еще раз, не Сущность, а Присутствие∙ присутствие, которое рядом, Παρά, следующее и навстречу, в движении чего-то, в котором не хватает присутствия чего-то еще, для, в момент дискурса, который должен быть выявлен, субъекта, если он выбирает, становится свободным человеком, хотя и платит высокую цену за такую свободу, так как тело взято как Настоящий Оболь, дар Харон∙ это дальше, чем Сущность – это Присутствие, шестой дискурс собственных последствий, в действительности не имеет подобия, для тела, соглашающегося разрешить желание, прямой подход к выравниванию символов, которые обезбаливают легенду о водах вблизи Башни Силоам, и таким образом этот Акт проваливается∙ парализованные до выхода на бодрящие мокроты божественного слюнотечения воды: когда метрическая система основана на символах и объекте, которые теперь желанны сами собой, а тело субъекта становится носителем желания. Это открытие, достойное ответственности  Модулера – но это именно то, что  отличает аналитика, принадлежащего к той группе, которую кто-то может  назвать великими аналитиками: его человечность, антропоморфная система, должны были бы позволить ему разрубить узел и использовать как нить, an Нить Ариадны, субъект подсчитывает биение букв в мольбе, охватывающий женщину. Делайте это, не боясь женщин в роли компаньона того, кто  удивительно превзошел страх кастрации, но все еще ищет, чтобы почесать свои гениталии, не будучи в состоянии создать любой возможной алгоритм музыки, просто чтобы убедиться, что они на том, же месте, кентавр, изогнутый и сформированный гипсом мужчины и женщины. И когда кто-то собирается оценить эту геометрию, которая движется, которую кинематики обозначают как Геометрию Движения, и которую Лакан назвал Актом, чтобы просветить аналитиков, кто-то просто пришел к осознанию вопроса о том, как изложить область, покрытую плазмой, словом, которое в греческом также означает субъект – кто-то создал: красивый и ужасающий символ, сингенный (родственный) плазме, мог бы быть Протопластами, до того, как у них появились знание о половых различиях: это Асоматическая (бестелесная) функция аналитика, чтобы получить Существо, о котором он сказал, но сейчас Акт за пределами сексуального несоответствия: по-настоящему страшного зверя, Речь которого и есть Акт.

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΙΑΙΡΕΣΗΣ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ.

Ο ψυχαναλυτής αναλύει τον αναλυόμενο • τί περισσότερο από μια μαρτυρία τρέλας για τον προσανατολισμό μας, εκείνο του Φροϋδικού σκοπού, και ένας πολύ καλός λόγο για τις μασχάλες κάποιου να είναι στην υπηρεσία της δυσίδρωσης: είναι ο αναλυόμενος που διαιρεί τον αναλυτή, σε εκείνη της διαδικασία που αναρωτιέται το πώς η επιθυμία καταλαμβάνει ένα σώμα που δεν είναι θύμα της εφίδρωση του γράμματος και είναι σε θέση να αναπνέει μέσα και έξω από ένα ξόρκι, γιατί το συν ένα δεν δημιουργεί ένα νόμο, αλλά τον εαυτό του, παράγεται από αυτή την επιθυμία που εκτελεί αντί ενός νόμου • αλλιώς, πώς να μιλάμε για αυτό που δεν μπορεί να είναι Λόγος, διότι δεν είναι γραμμένο, αν όχι από την γλυπτική ιδέα του ψιθυριστή της σκηνής, χωρίς τον έμμετρο λόγο ή ποίηση, μουρμουρίζοντας αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί- ότι, δηλαδή, είναι ένας νόμος;

Ο νόμος θέτει την αρχαγγελική ακρίβεια του πάνω στην κινητή γεωμετρία του πλάσματος, η οποία σαν παραμύθι εξόρμησης του θανάτου ξέρει τη διαφορά του πίσω από το προς τα εμπρός, και, από την οποία θα μπορούσαμε να μάθουμε τουλάχιστον ένα μόριο της αλήθειας, από το γράμμα στην ομιλία του: αυτό είναι το τί συμβαίνει όταν ο αναλυτής αφαιρείται από τη γλώσσα και το σημαίνον και, αν οι αναλυτές θα ήθελαν να έχουν ένα μέρος της ευπρέπειας και σεβασμού που ανα-Λογεί στην επιθυμία, έτσι ώστε να αναγνωρίζουν το φάσμα του Υποκείμενου που έπρεπε να γνωρίζει, τότε, ένα κερί θα πρέπει να αφιερωθεί σε ένα ιερό, από αναλυτές προς τους αναλυόμενούς τους, μερικές εκατοντάδες κατά την ακρίβεια, τέτοια, πέρα από κάθε αμφιβολία, ακριβώς επειδή είναι εκείνοι που υπηρετούν την ηθική του φροϋδικού αιτίου. Το γράμμα αρνείται τη γλώσσα ∙ δεν είναι σκουπίδι-η γλώσσα είναι το απόβρασμα του γράμματος, διότι, όπως, το γράμμα, δεν είναι γραμμένο, αλλά γλυπτό: ούτε νόμος ούτε ένα σώμα • ο συλλαβισμός με τα δάκτυλα, ως εκ τούτου, είναι μια καλή ακουστική βοήθεια για τους κωφούς αναλυτές, όταν ακούνε το νόμο και όχι την επιθυμία, παραλείποντας έτσι τα συμπλέγματα που δεν μπορούν να διαβαστούν, και, είναι σε αυτά τα ear-less ασπόνδυλα που ο νόμος προσφέρει τα δώρα του διαιρετικά, της αλλοδαπής ΠαρΟυσίας στη γλώσσα, εκτός αν ως παραλογής, Παρά το Λόγο, όχι αντί του αλλά παρά το μήκος της: στην αποτυχία της λέξης και της επιθυμίας, ο νόμος υπάρχει, αλλά όχι χωρίς το γράμμα.

Μετάφραση: Μαρίνα Χαραλάμπους
On the Dieresis of the Letter and Desire

Η ΠΡΑΞΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΞΕΝΗ – ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ.

Ο προσδιορισμός της Πράξης δεν είναι η αλήθεια – δεν μπορεί να είναι επακόλουθο μιας φιλαλήθειας την οποία μετασχηματίζει αφαιρετικά, και όχι ελεύθερα από το γίγνεσθαι, μιας εργασίας με ένα γόνο, όταν, όταν η ίδια, είναι παρθενογένεση: η Πράξη δεν υποχρεώνει την παρουσία του πατέρα – δεν είναι γίγνεσθαι αλλά μια καταστροφή. Και, στην ορμή του τηλεσκοπικού της μνήματος, μια ισχύ στο διάστημα του ιριδίων από την έρημοσύνη της επιθυμίας, αυτό που επικυρώνει για την αρχή η οποία είναι υψηλότερη του βασικού του διακυρήγματος και κάνει σιωπή την καθαγιασμένη ουσία της Πράξης, ο αναλυτής υποστηρίζεται από την ορμή του θανάτου, με τρόμο, η υπερβασία η οποία είναι η έμπιστος σύμβουλος όταν επέρχεται το θηλυκό και, το μόνο Όργανο το οποίο έχει την ικανότητα να κυμαίνεται αυτή την μεγάλη απόσταση μέσα στο λιβάδι, το οποίο είναι το Άπειρον, πέραν του Άλλου και του Ίδιον με αυτό που είναι Ξένο προς αυτό καθ΄αυτό το Λόγο.

Και, αν η εξάσκηση κατέληξε να σημαίνεται από τον Φρόυντ ως ψυχανάλυση και να υστερικοποιέιται με αυτονομία από το ιδεατό, από τον Λακαν, μαγεύοντας αναλυτές ένα βήμα νωρίτερα από του φέουδο του γυναικείου κύματος, το οποίο είναι σαφές μέχρι και τον πυρήνα της επιστημονικής έρευνας, αυτής που ανασυντάσσει το γράμμα ρωτώντας τις ορθές ερωτήσεις για την διερεύνηση του τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος, και όχι, αρχίζοντας από το καθαρώς, όχι συστηματικό, βήμα της υπόθεσης και όχι αυτό μιας θέσης ή αντίθεσης, αυτών των θέσεων του Άλλου ή του Ιδίου, η Πράξη είναι Ξένη στον λόγο που υποστηρίζει την εμφάνιση αυτής της γνώσης, με το οποίο ένα σύστημα τρέφεται με τα αγριολούλλουδα του προκαλώντας ή παραβιάζοντας την επιθυμία των αναλυτών, βάζοντας τους στον πειρασμό να ρωτήσουν Λοιπόν τι είναι μια Πράξη, μειώνοντας, έτσι, το μυστήριο και την μαγεία της ψυχανάλυσης στα εργαλεία μιας τεχνικής, όχι πολύ διαφορετικής από εκείνους τους μωρούς που ρωτούν Πως αναγνωρίζει κανείς τα κύρια σημαίνοντα∙ σε αυτή την περίπτωση η Πράξη, η οποία είναι Ξένη, είναι Ξένη προς αυτούς, ακριβώς λόγω των τελευταίων αυτών ερωτήσεων. Είναι, ακόμη περισσότερο ξένη, στους γραφείς, στους επιμελητές, και στους γραμματικούς σκλάβους, αυτούς τους γλωσσολόγους και φιλόλογους: σε αυτούς, η απόκριση του Θεού είναι, ότι, είναι πολύ βαριεστημένος με την υπερβολική τους εξύμνηση και τα Άβε Μαρία – η Πράξη δεν μπορεί να τύχει Πράξη από τους αυνανιστές της απομίμησης επειδή αυτοί δεν μπορούν να μαζέψουν οτιδήποτε πέραν της διακωμώδησης – αλλά, είναι αληθινοί υποκριτές ως προς το ότι η ευγένεια τιμά την φύση της απομίμησης.

Και, ας μας επιτραπεί να μεταφέρουμε την κίνηση και την απόσταση στη μονοτονική συζήτηση, απλώς για να γαργαλιστούν οι μασχάλες για να παράξουν λίγο γέλιο χωρίς ενοχές, διασκέδαση εάν είμαστε προορισμένοι να καλούμαστε ευμενείς, οικείο γέλιο, στην κενή θέση μιας αδύνατης μεταφοράς, μια άλλη είδους Πράξη την οποία οι αναλυτές δεν μπορούν να καλλιεργήσουν εφόσον είναι παγιδευμένοι στην απομονωτική βρωμιά μιας εγκρατούς ειρωνείας ∙ και, άς επωμιστούμε ότι αυτό το κήρυγμα είναι υπερβολικό, ένα που βρίσκεται στα χέρια των αναλυτών, των οποίων τα δάκτυλα δεν συσσωρεύονται για να λυγίσουν την κλωστή ενός μακροβολιού εφόσον δεν είναι η κατάλληλη ενασχόληση ενός παπαγάλου – όταν η επιθυμία είναι στο παιχνίδι, τότε, όντως, το βουνό, όπως και το αντικείμενο αίτιο εκείνης της επιθυμίας, παράγει εκείνα τα μακρά πόδια για τα οποία μίλησε ο Νίτσε, και φτάνει τον προφήτη, επειδή η επιθυμία κινεί βουνά: αυτή είναι μια Πράξη, όταν, όχι ο Προφήτης προσεγγίζει το βουνό, αλλά, όταν, ο θαυματουργός Ξένος, όταν το βουνό οδηγεί τον προφήτη να αποσυνθέσει την παντοδυναμία του από τεμπελιά και φόβο. Μια αρμόζουσα ερώτηση για έναν ηλίθιο, ο οποίος πρέπει να είναι ένας καλός αναλυτής, ο οποίος λειτουργεί από μια τοπολογία Ξένη προς αυτήν της υπόθεσης, θα μπορούσε να είναι Πως η επιθυμία μπορεί να κινήσει βουνά: αγαπητέ μωρέ: ένα μόνο Άνοιξε Πόρτα είναι αρκετό, μόνο ότι η ανταπάντηση πρέπει να αποκτήσει τις σωστές μουσικές νότες.

Η Πράξη δεν είναι Ξένη προς το μάστορα∙ αυτό το υποκείμενο προσεύχεται όσο μόνο είναι αρκετό, πολύ λίγο, και Πράττει πολύ, μια ηθική όχι πολύ αλλαγμένη από την Αγωγή, αυτή των Σπαρτιατών, και του ότι είναι το Όργανο της Πράξη: ο φιλόλογος είναι ένας δειλός, υπερβολικά πολιτικά-ορθός εραστής που οι γυναίκες, όσο και ο Θεός, βαριούνται εύκολα. Η Γυναίκα είναι Θεός – η Γυναίκα είναι Ξένη∙ ο Θεός όμως δεν είναι Η Γυναίκα εκτός και εάν θυληπρεποποιηθεί – μια ύπαρξη η οποία υπάρχει όντας Ξένη: αυτή είναι η δουλειά μιας Πράξης ερχόμενης ως ένα βέλος από μακριά σε μια τοποθεσία, από εκείνη την υπερβολή της οποίας η πρόθεση ως σφίγγαρέσει τον αναλυτή, επίσης, επειδή καταστεί αδρανή την βουλιμία του – την βουλιμία των αυτιών του που ψαχουλεύουν ως τσαντάκηδες το έδαφος της επιθυμίας. Αν ερωτηθούν διάφοροι, αναλυτές Ποιος ήταν ο πατέρας των παιδιών του Ζεβεδαίου – η απάντηση είναι ή του Άλλου ή του Ιδίου, εκτός, και εάν τύχει κατεύθυνσης το ερώτημα σε εκείνους τους αναλυτές οι οποίοι νομίζουν ότι είναι τα παιδιά του Ονόματος ή και του ίδιου του Ζεβεδαίου – και, θα ήταν Ξένο στον Άλλο ή και στο Ίδιο, η Πράξη, εάν ένας από εκείνους τους βιβλικούς αναλυτές δοκίμαζε να επαναδράσει στην απαίτηση με την υπερβολή μιας αποπροσωποποιημένης γραμματικής, χωρίς όνομα, ανυπότακτης στο γράμμα που παρουσιάζεται μέσα από τη σύμ-πτωση του υποκειμένου∙ και, με αυτό τον τρόπο η Πράξη εκτελεί την διαταγή εισάγοντας τον θάνατο της – η θυσία της τοπολογίας εκείνης απ’ όπου κάποιος μπορεί να βρει το κορόιδο του Ιδίου μέσα από τον Άλλο επειδή υπάρχει ένα ‘υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει’: δεν υπάρχει οτιδήποτε Ξένο με το τελευταίο – ούτε ψυχανάλυση υπάρχει: αυτό είναι ένας εξαιρετικά καλός λόγος για τα υποκείμενα σε ανάλυση να αρχίσουν να προσεύχονται – όταν δεν υπάρχει Πράξη.

Πέτρος Πατούνας, Λακανικός Ψυχαναλυτής.

Μετάφραση: Νικόλας Δευτεράς
The Act, which is Alien: Neither of the Other nor the Same.

Click to find out more.

АКТ, КОТОРЫЙ ЧУЖД – И ДРУГОМУ, И САМОМУ СЕБЕ.

Определение Акта не является истиной – если он сопровождается правдивостью, то становится афаретичным и не свободным от действия, труда с родителем, когда, он сам по себе является партеногенезом: Акт не обязывает отца∙ это не действие, а бездействие. А в момент его телескопического погребения, сила находящаяся в радужном от желания пространстве, одобряет принцип, который выше фундаментальных законов, и заставляет замолчать святую сущность Акта, аналитик опирается на стимул Смерти и ужаса, излишество – которое является наперстником, когда дело касается женщины – единственный Орган, который имеет возможность варьировать удаленность от поля, которым является Бесконечность, вне Другого и Самого себя, который Чужд самой речи.

И, если практика появилась, чтобы быть обозначенной Фрейдом как психоанализ, и автономно отстающей от идеала Лаканом, очаровательные аналисты на шаг вперед той вотчины женской волны, которая с точностью научного мышления задается правильными вопросами в отношении того, что значит быть человеком, начиная с абсолютно не систематичного способа гипотезы, а не тезисов и антитезисов понятий о Другом или Самом себе, Акт Чужд дискурсу, поддерживающему видимость знания, которой система удобряет свои полевые цветы, провоцируя или нарушая желание аналитиков, искушая их вопросом, Так что же такое Акт, сокращая тайну и магию психоанализа до методического инструмента, не сильно отличающихся от тех простаков, которые задаются вопросом, Как распознать настоящего мастера∙ в этом случае акт, который Чужд, Чужд им из-за этих последних вопросов. Он еще более чужд для книжников, редакторов и грамматических рабов, для лингвистов и филологов: для них Божий ответ в том, что он устал от чрезмерного прославления Девы Марии – Акт не может производиться подражающими идиотами, потому что они ничего не могут собрать вне имитации – но они настоящие актеры в своем дворянском почитании природы подобия.

И позвольте нам переместить движение и расстояние в монотонную беседу, просто чтобы подразнить кого-то и вызвать безупречное хихиканье, развлечение, если мы обречены быть названными благоприятными и смехачами в отсутствие невозможной метафоры, другой вид Акта, который аналитики не могут культивировать, так как они попали в ловушку изолирующей грязи самоиронии∙ и позвольте нам взять на себя смелость сказать, что эта проповедь как большой лук, один в руках аналитиков, чьи пальцы не сгибаются при надломе стрелки большого лука, так как это не подходящее занятие для попугая – когда в игру вступает желание, то, в действительности, гора, вызвавшая это желание, создает те удлинненые ноги, говорил Ницше, и достигает пророка, потому что желание способно сдвинуть горы: вот что такое Акт, когда не Пророк приближается к горе, а когда это делает чудесный Чужой, когда гора движется к пророку, чтобы сгноить его всемогущество ленью и страхом. Подходящий вопрос для идиота, каким должен быть хороший аналитик, действующий с топологии Чужого к гипотезе, которая могла бы быть, Как желание передвигает горы: дорогой простак: одного «Сезам, Откройся» уже достаточно, но возражение должно приобрести соответствующие музыкальные ноты.

Акт не Чужден искусному человеку∙ этот субъект молится достаточно, но мало, а Действует много, этика не слишком изменилась со времен Агогэ Спартанцев, и его сущность есть Орган Акта: филолог трус, сильно политкорректный любовник, от которого женщины, как и Бог, быстро устают. Женщина Бог- Женщина Чужая∙ хотя Бог не Женщина, если только он не феминизирован – существование, которое возможно только будучи Чуждым: вот работа Акта, попадающего, как стрела из далека, в точку, с того большого лука, чье намерение сфинкса тоже нравится аналитику, потому оно обездвижевает его булемию – булемию его ушей, которая крадет почву желания. Просто спросите аналитика, Кто был отцом детей Зеведея – ответ будет ли либо Другим, либо таким же, если только вы не обращаетесь к тем аналитикам, которые думают, что они дети того Имени или самого Зеведея – и это было бы Чуждо Другому или Самому себе, Акт, если кто-нибудь из тех библейских аналитиков предпримет ре-акцию на требование большого лука об обезличивании грамматики, безымянно, бес-предметно для букв; и в этой манере Акт исполняет команду, представляя свою собственную смерть – жертва места, где кто-нибудь находит обманщика; и здесь есть обманщик, так как есть предмет, который он должен знать: нет ничего Чуждого в последнем – и психоанализа тоже нет: это исключительно хорошая причина для субъектов в анализе начать молиться – когда нет Акта.

Автор: Петрос Патунас
Перевод: Регина Ибрагимова

Что такое психоанализ: вопрос о лакановском объекте.

Что такое психоанализ: вопрос о лакановском объекте.

Исследование в этой области с легкостью могло бы повторить привычный философский ответ: «Это то, что есть». Но тогда он означает аксиому, которая приравнивается к этимологии Бога, в то время, как психоанализ не относится к этой категории, и даже не является панацеей, представляя собой тираническую клятву, многообещающую излечить психологическую боль объекта с помощью специального режима работы, техник, которые не могут понять значение свободы и ответственности, и из-за которых благотворительность полна страшного пояснения. Среди музыкальности этих мыслей Лакановский психоанализ, или любой другой приличный психоанализ, в основе которого лежит эта этика, в общих чертах выражает человеческое право на «говорить», по средствам которого каждый объект призван взять на себя ответственность за собственный образ жизни и – смерти.

С момента, когда кто-то пытается, а еще хуже, отвечает с уверенностью, присущей господину, а не психоаналитику или психоанализируемому, на вопрос: «Что такое психоанализ», на типичную формулу, в которой проявляется математичность психизма и человеческой сущности «одно решение для мозгов всех», начерченная пером и линейкой слепого доверия диктатору, – тогда то, о чем он говорит, не является психоанализом, а в лучшем случае оказывается плохой психотерапией, потому что психоанализ – это «что-то», что создается, чего не существовало прежде, с каждым анализируемым в отдельности, также как и аналитик, выражающий удовлетворение от отсутствия памяти, или того, чего он не знает, может принять новое желание на уровне подсознания.

Психоанализ не может быть ничем иным как мнимое освобождения дыхания в психической движущейся геометрии, в рамках обработки данных, личностей, правды и желания, процесс которого подготавливает почву для идиоматического языка самого субъекта: поэтому психоанализ и является загадкой, – но не загадкой, которую нужно разгадать, – а загадкой, которая сформирутеся, она бес-форменная, и одновременно она рисует красоту и многостороннесть человеческой субъективности. Психоанализ начинается с раз-говаривает и двигается к молчанию: из речего места, откуда субъект черпает причину собственного существования.

Автор: Петрос Патунас
Перевод: Регина Ибрагимова

Η Ομιλια του Τραυλoυ και η Επιθυμια του Αναλυτη.

Οι ψυχαναλυτές έχουν μια ανυπόφορα κακή φωνή-πολύ λίγοι από αυτούς θα μπορούσαν να γίνουν τραγουδιστές- ας αφήσουμε κατά μέρος το να συμμετέχουν σε μια θεϊκή χορωδία τραγουδώντας το ευαγγέλιο. Η παρόρμηση ενός δάσκαλου προς τους αναλυτές, θα είναι να εγγραφούν σε μια σειρά από μαθήματα μουσικής, έτσι ώστε να είναι σε επαφή με το ρυθμό, γιατί η επιθυμία δεν επιτρέπει να είναι κάποιος τραυλός, όσο αυτό το εν λόγο υποκείμενο θέλει να ασκεί την πρακτική από τον πυρήνα του ήθους μιας τέτοιας επιθυμίας- όσο αυτή η ανησυχία μας κατευθύνει να μιλήσουμε σχετικά με το υποκείμενο που καλείται ψυχαναλυτής.

Ο τραυλός αποκαλύπτει ότι το όνομα του πατέρα εξακολουθεί να αναπνέει και να είναι σεβαστό, αν και αυτή η ανάσα αποπνέει δηλητήριο-ειδικά τώρα που έχει αποθεωθεί με τη δολοφονία του και, για να πούμε την αλήθεια, διαθέτει όλες τις γυναίκες με την δαιδαλώδη κατάρα και το άγγιγμα του Μίδα. Όντως ο τραυλός μιλεί άπταιστα το όνομα του πατέρα – προερχόμενος από ένα διαφορετικό χρονικό πλαίσιο, ένα μουσικό φραγμό, ή, ένα τραγούδι θύελλα, που τα καναρίνια θα έχουν αρκετή μουσική εκπαίδευση, αρκετά καλή, για να διακρίνουν, επειδή η φωνή είναι η διαμόρφωση της ροής της αναπνοής όσο και η σιωπή είναι η απουσία αυτής της διαφοροποίησης- και δεν εννοείται εδώ το σώμα- με το νόημα να επιτυγχάνεται μετά την κίνηση, δεδομένου ότι η αναδιαμόρφωση του αντικειμένου εμφανίζεται πριν από την έννοια της απόλαυσης.

Κάποιος έχει μόνο το καθήκον, να, ρίξετε μια ματιά, αν τα θέματα αυτά είναι ορατά και όχι ακουστικά, στη διαδικασία της αποφαλλίας που εξηγείται πολύ απλά από τη λάμψη της διαύγειας του Limax maximus- ένας οργανισμός ο οποίος με προκρουστική χειρουργική επέμβαση, διδάσκει ό,τι χρειάζεται ένα υποκείμενο μερικές εκατοντάδες συνεδρίες για να αναγνωρίσει: αν έχουν τα αυτιά του καθαριστεί αρκετά καλά από την ατμοσφαιρική αύρα της επιθυμίας του αναλυτή και δεν έχει απλά επιτευχθεί μια διαφορετική στατιστική μέθοδος, ένα είδος αποφένιας με βάση σημαινόντων, το οποίο οι αναλυτές αρέσκονται στο να συζητήσουν μεταξύ τους φαρισαϊκά, έχοντας την εντύπωση μιας θεραπείας αντί της μαγείας του λόγου. Και καλά κάνουν που δεν το κάνουν, που δεν κατανοούν, και δεν πρέπει, εκτιμώ – και εδώ είναι όπου η ομιλία του τραυλού ίσως ακούγεται μελωδική σε εκείνους που δεν ασκούν μια ψυχοθεραπευτική μορφή ανάλυσης: το αίτημα είναι για τους αναλυτές, να τραγουδήσουν περισσότερο- καθιστά την διάχυση της επιθυμίας ευκολότερη όταν κάποιος την τραυλίζει.

Μετάφραση: Ελένη Πεκρή.

The Speech of the Stutterer.

Click to find out more.