ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΑ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ

Featured

Ο εξωχότατος φίλος Άλκης, βασιλικός στις προτιμήσεις του και με την ικανοπτητα να βλέπει το γέλιο εκεί που άλλοι θα βλέπανε μόνο δράματα· δημιουργικός, με δικούς του ρυθμούς βασισμένους στο «Να χαρώ τη ζωή και να δώσω χαρά»: για να μπορεί κάποιος να το μετατρέψει αληθινά αυτό σε δρόμο ζωής πρέπει να είναι ανθρωπιστικά ευαίσθητος… Είναι τέτοιου είδους άντρες που μας διδάσκουν πως ο χρόνος ο ίδιος είναι για να απόλαμβάνεται…

Η ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Προκλήσεις με την κάμερα· ο φακός και ο καθρέφτης μας δείχνουν όπως νομίζουν λες και έχουν δική τους στοιχειωμένη βούληση: μας παρουσιάζουν πολλές φορές όπως δεν θέλουμε να δούμε τον εαυτό μας: χρειάζεται χιούμορ για να παραλάβουμε τον τρόμο, του ό,τι βλέπουμε τον εαυτό μας να βλέπει τον εαυτό μας.

Ο ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΗΣ

Ήταν σε όλα μέσα, να βοηθήσει, να γνωρίσει, να μεταφέρει πληροφορίες- κοινωνικός, ευγενέστατος· μπορούσε να κινηθεί στις διάφορες παρέες και να βρει τη θέση του, είτε άρεσε είτε όχι, και φυσικά κάποτε άρεσε, κάποτε όχι. Και, παρόλο που η κοινωνικότητα του αυτή, φαινομενικά τον έκανε ένα με το πλήθος, ως κάποιον δηλαδή που θα μπορούσε να χαρακτηρηστεί «ένα από τα ίδια», ο Παντελής είναι από τα λίγα άτομα που σπούδασαν αυτό που αγαπούσαν· και όταν αγαπάς τη σπουδή σου σε ένα χώρο που τίποτε δεν μετριέται με την αγάπη τότε είσαι μεγάλος επαναστάτης. Θυμάμαι που έλαμπε όταν τον ρωτούσαν τι κλάδο ακολουθούσε, «Σπουδάζω Fire Sciences» και έμπαινε με το σώμα του ολόκληρο στις προτάσεις για να εξηγήσει το πάθος του να γίνει πυροσβέστης, πολλές φορές σε ανέραστα άτομα που, όχι μόνο δεν πιστεύαν πως μπορείς να αγαπήσεις αυτό που κάνεις, αλλά θέλαν να επιτεθούν και σε όσους είχαν αυτή την άποψη. Ακόμη είναι «παράγοντας» στις παρέες και ακόμα αγαπά αυτό που κάνει: όμορφος τρόπος για να ζεις. Καλησπέρα Παντελή -αυτή η αφοσίωση στην επιθυμία σου είναι η πραγματική μόρφωση του ανθρώπου…

ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ

Σε περιόδους καραντίνας και απομόνωσης, η αγάπη δημιουργεί κοσμογονίες.

ΠΕΡΙ ΜΕΘΟΔΟΥ ΨΥΧΗΣ

Αν υπάρχει μέθοδος, δεν υπάρχει κατεύθυνση: αν υπάρχει ειδικός, δεν υπάρχει υποκείμενο.

ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ

Η Πράξη είναι κυριολεκτική.

Ο ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Καλώς την! Καταθλιμμένη, σκληρό το πρόσωπό της, ταυτισμένη με το παράπονο, μα δεν το δείχνει- δεν θα το επέτρεπε άλλωστε και η κοινωνική της θέση, οπότε έχασε την κατεύθυνσή της προς τη ζωή· μα την ψυχή και τα μάτια δεν τα γελάς: ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει, να παραπονιέται δηλαδή,  αφού μια ζωή, σαράντα χρονών και κάτι τώρα, από τον καιρό που ήταν παιδί, δεν έπραξε ούτε μία φορά αυτό που ήθελε, και άμα καμιά φορά το έκανε, πάντα κάτι γινόταν για να της αποδείξει ότι δεν ήταν το σωστό: θα κτυπούσε, θα αποτύγχανε, δεν θα ήταν αυτό που έκαναν οι υπόλοιποι, μια ζωή δηλαδή να είναι η αποτυχία ως προς την επιθυμία της. Της το απαγόρευσαν κάμποσες φορές, η αλήθεια να λέγεται, σαν παιδί, μα και η ίδια δεν έκανε και τίποτε για να γράψει τη ζωή της διαφορετικά. Μια πολύ όμορφη κυπριακή ιστορία- πραγματικό παραμύθι· το νυφικό το διάλεξε η μάνα της τότε, το γαμπρό η ίδια αλλά με βάση τις προτιμήσεις του πατέρα: έγιναν καλή οικογένεια, μαζί όλοι, και δύο παιδιά· όλα μια χαρά και χίλιες τρομάρες, πανικούς, κρίσεις, καταθλίψεις· είναι καλό να γνωρίζετε πως κάτι από την παραγκωνισμένη επιθυμία θα βρει τρόπους να ειπωθεί, να εκφραστεί, έστω και με επικοινωνιακά βίαιους δρόμους· τέλος πάντων, εκείνη παραπονιέται ακόμα και λέει πως δεν καταλαβαίνει γιατί δεν μπορεί να είναι χαρούμενη με αυτά τα πολλά που έχει, τα σπίτια, τα λεφτά και ρίχνει το φταίξιμο στις φοβίες, στις ζαλάδες, στους πανικούς- ξοδεύει το χρόνο για να διερωτάται σαν οκνηρός φιλόσοφος αν βοηθάει περισσότερο η φαρμακευτική αγωγή ή η ψυχανάλυση, ο ψυχίατρος ή ο ψυχαναλυτής: ποτέ δεν διερωτήθηκε τι πρέπει να κάνει η ίδια επειδή ακόμα δίνει χώρο σε αυτόν τον Μεγάλο Άλλο να τη διέπει με το να κρατά αυτή τη θέση του ανήμπορου· ο Άλλος με τον οποίο ζει ασυνείδητα είναι μια τοπολογία αν θέλετε, που την χρειάζεται για να υπάγεται στην παρακάτω εξίσωση: και λέει αυτή η εξίσωση ότι «Για να υπάρχω εγώ σαν εκείνος που μπορεί τα πάντα, εσύ κοπέλα μου πρέπει να είσαι ανήμπορη».

 

Και προχωράει όμορφα η ζωή! Ανέραστη, κουβέντα δεν μιλιέται στο σπίτι· έχουν τρεις τηλεοράσεις γιατί κανείς δεν αντέχει κανένα, ούτε τα παιδιά τους γονείς τους. Αυτή σε κάποια φάση νόμισε πως φταίνε τα ορμονικά, μετά η ουσίες στον εγκέφαλο, μα, κανένα από αυτά δεν μπορεί να κρύψει μια γυναίκα που δεν είναι ερωτευμένη, που πνίγεται, που αποζητά τη ζωή και την αναπνοή μέσα από τις κρίσεις πανικού της- το τελευταίο της χαρτί δηλαδή, σε αυτή την περίπτωση, για να κατευθυνθεί προς το τι εστί ζωή. Προσπάθησε και παλαιότερα να αναπνεύσει μα, η μάνα της, ποιος άγιος να την κάνει μάνα, μα η μάνα της έλεγα φώναζε το μοιρολόι «Μη γελαστείς να χωρίσεις» και δεν έβλεπε την κόρη της που μαράζωνε σε ένα γάμο άρρωστο και περπατούσε μια ζωή χαριτωμένου θανάτου: αυτού με τα κοινωνικά δρώμενα, ένα από αυτούς τους γάμους χωρίς επιθυμία- αυτούς τους γάμους με άλλα λόγια που δημιουργούν τις αληθινές «διαλυμένες οικογένειες» ακριβώς επειδή άτομα που δεν μπορεί ο ένας τον άλλον μένουν μαζί. Και έτσι ζει με τους πανικούς της, με τον άντρα της που δεν την αγγίζει και που αυτή η ιδία δεν θέλει να αγγιχτεί· αν δεν το είχε η εικόνα της οικογένειας, αυτή που προστάζει τέσσερα άτομα, να υπάρχουν παιδιά δηλαδή, ίσως να μην άγγιζε κανείς κανένα, ποτέ· ανέραστα, δίχως επιθυμία, γράφω τα ίδια γιατί έτσι φτιάχνεται το νέο έθνος περήφανων Κύπριων, Ελλήνων, Ευρωπαίων· όντα νεκρά, κρέατα χωρίς την ανάσα που προσφέρει στη ζωή η πράξη του να τη ζεις. Και η λύση της δεν είναι ο χωρισμός μα το να διαχωριστεί από ό,τι την προστάζει να πάει σε κατευθύνσεις πέραν από αυτές που κάνουν τη ψυχή της να λουλουδίζει· και αν το πάρει απόφαση, να χαρεί δηλαδή, και οι γύρω της και οι κοντά της δεν μπορούν να είναι χαρούμενοι με την γαλήνη της – τότε, τότε, τότε: τότε δεν μπορούν να είναι ούτε γύρω της ούτε κοντά της: μόνο με αυτή μεγαλεξανδρινή πυγμή θα λυθεί αυτός ο κόμπος. Το να χαθούν αυτοί δεν είναι τίμημα.

 

Και το λυπητερό είναι: ότι εσύ νομίζεις πως γράφτηκε αυτό το κομμάτι για σένα, για την περίπτωση τη δική σου- δεν είσαι ένας ή μια, αλλά χιλιάδες: μια λεγεώνα. Με αυτό το τρόπο δένονται ομάδες, οικογένειες, κράτη-λεγεώνες.

ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΠΟΥ ΕΝΟΧΛΕΙ

Και θα έπαιρνε αμέτρητες βόλτες τα παιδιά της οικογενείας, της γειτονιάς, σχεδόν αμέτρητα παιδιά, λάθος αυτό, είναι μετρημένα και σε τρεις σχεδόν γενεές: και απάνω στη μοτορούα χαμηλού κυβισμού, σε μια από αυτές τις πολλές φορές, ψιθυρίζει στο αυτί του παιδιού που τραβήχτηκε στο μπροστινό μέρος του καθίσματος «Σε ενοχλεί το πουλί μου»; Με αυτόν τον τρόπο, μέσα από ερώτηση, έβαλε όλο το βάρος σε ούτε έξι χρονών παιδί, αγόρι• δειλός, άρρωστος- μόνο ένας σατανάς με πολύ κακές προθέσεις θα πρόσθετε συλλαβές ώστε να αρθρωθεί αυτού του είδους ερώτηση: μόνο ένας δαιμονικότατος λόγος θα ρωτούσε ένα παιδί τέτοιο πράγμα. Αυτά τα γεγονότα, και μερικά άλλα, για ένα κορίτσι που φτηνά τη γλύτωσε από τις ορέξεις του, φτηνά γιατί αυτοί τραυματίζουν την ψυχή με τον τρόπο που θα κοιτάξουν ένα παιδί, με αυτήν την κακία που όμοιά της δεν υπάρχει, ειδικά για ένα παιδί• και αυτά τα γεγονότα όπως είχα αρχίσει να γράφω, είχαν μιληθεί τριάντα χρόνια μετά, και για το αγόρι και για το κορίτσι που είχε τότε έρθει διακοπές από το Λονδίνο- μιλήθηκαν και ακούστηκαν: μάρτυρες ο παιδεραστής, ο σύγαμπρος και η γυναίκα του• μετά ακολούθησε σιωπή γιατί το αιώνιο γνωμικό, το παλαβό, «Δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», θα έχει μάλλον τη βάση του σε αυτήν την περίπτωση. Θα ζύγισε ο σύγαμπρος τις κινήσεις του όπως έκανε πάντα και αποφάσισε να αφήσει να πράγματα να ταφούν μέσα στα οστά του χρόνου: «Και τι να κάμω- να του έλεγα να μην ξαναέρθει στο σπίτι μου»; Ναι, αυτό έπρεπε να κάμεις.

Αυτό έπρεπε να κάμει και αυτός ο δαίμονας, που έπρεπε να κάμει πιο πολλά και από πιο πριν, επειδή ο κολλητός του θα έπαιρνε παιδιά βόλτες για να ερεθιστεί και να αυνανιστεί μετά στο αποχωρητήριο• δίπλα από αυτό το μέρος, «το μέρος», υπήρχε το υπνοδωμάτιο των ξένων όπου τα παιδιά που ανάγιωσε η γυναίκα του, μπορούσαν να κοιμηθούν όταν χρειαζόταν: στεκόταν στην πόρτα, καλοκαίρι, τα έβλεπε με τα εσώρουχά τους και αυνανιζόταν κάτω από τον παραστατό της• κάποια από αυτά τον είχαν δει• ένα είχε αναπτύξει φοβίες, τις «συνηθισμένες» θα πουν τα βιβλία, αυτής της ηλικίας που, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο θα τα περάσουν «όλα» τα παιδιά. Και τα βράδια το παιδί θα κάλυπτε το σώμα του με το σεντόνι, το κεφάλι, όλος κρυμμένος εκτός από μιας αναπνοής εκατοστά να παίρνει αέρα, μα, και αυτός, ο αέρας, να αναπνέεται αργά και αθόρυβα γιατί έπρεπε να κάνει τον νεκρό• μόνο έτσι δεν θα του έκανε κακό ο δαίμονας. Και έτσι είχε ξεκινήσει από τότε μια πρακτική της εξερεύνησης των πεθαμένων, εκεί όπου ένιωθε ασφαλισμένος: οι ζωντανοί είχαν δείξει τις δαιμονικές τους ικανότητες…

FIAT LUX ΕΩΣΦΟΡΕ

Γενηθήτω φῶς- Fiat Lux, Lux, Lucifer: Εωσφόρος: αυτός που είναι φορέας φωτός∙ το παιδί έκλαιγε όταν αντίκριζε την εικονική εικόνα εκείνη, μάλλον πασίγνωστης κακής ποιότητας αντιγράφου γνωστού πίνακα, την εικόνα εκείνη που ήταν καθιερωμένη σε πολλά σπίτια κυπριακά, αύτη με το δακρυσμένο κορίτσι που κρατά ένα άσπρο κερί: Fiat Lux, και το αγόρι έκλαιγε, τρομοκρατημένο δεν μπορούσε να πάει στο αποχωρητήριο. Ήταν διπλά από αυτό, το πιο καθαρό «μέρος» του σπιτιού αφού καθαρίζεται περισσότερο, όπου είχαν βιαστεί τα δρώμενα, μεθοδικά όπως χαρακτηρίζει αυτούς τους ελεεινούς∙ και δύο αντιθέσεις, και μία σχεδόν ερώτηση, σχεδόν έκκληση- υπάρχει Θεός στο αποχωρητήριο, βλέπει εκεί μέσα, αν πράγματι βλέπει τα πάντα- ακόμα και εκεί- και αν βλέπει, πως αντιδρά στις αηδίες που διαδραματίζονται με τα ανθρώπινα σώματα ή σε αυτά: και δεν γίνετε λόγος για να κόπρανα, μα για το αγόρι που βιαζόταν στο αποχωρητήριο: αυτή ήταν η ερώτηση που θα είχε σε σχέση με το βλέμμα του Θεού και παντοδύναμου, όταν αδύναμο δεν μπορούσε να αντιδράσει στον ενσωματωμένο σατανά- τον θείο.

Και δεν ήταν φως που ήθελε πραγματικά να γεννηθεί, μα κίνηση, να κινηθεί να φύγει, το σώμα παραλυμένο- δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να παραλληλιστεί σε ισοτιμία με το πάθος του Ιησού εκτός από τον τρόμο ενός παιδιού μπροστά στην ορμή του παιδεραστή: Γενηθήτω φῶς- Fiat Lux, λάθος, Fiat Flux∙ φτερά, φτερά θα έδινε ένας πραγματικός Θεός που ήθελε να πράξει και εκτός του μεγάλου σχεδίου του για να σώσει το παιδί: και θα του δώσει αργότερα στη ιστορία και με άλλους τρόπους, γιατί, όπως έχουν να πουν, και καλά κάνουν, «Άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου» όσο μυστήριες είναι και το πώς θα εξελιχθούν τα παιδιά αυτής της ίδιας οικογένειας, πολλά παιδιά, τα οποία θα σημαδεύσει ο ίδιος δαίμονας- και το καθένα θα πάρει την πορεία του, κρυφά και μακριά από το φώς, όλα εκτός από ένα, επειδή αυτό θα μπορεί να δει και να ακούσει ήχους και χρωματιστές φιγούρες από τα παιδία ορισμού των σκιών: από εκεί δηλαδή που οι αντανακλάσεις δεν βλέπουν τους δαίμονες τους, εκεί όπου οι οφθαλμαπάτες έχουν σώμα.

Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΟΣ

Ο Έρικ Φον Ντένικεν στα βιβλία του έφερνε ένα εξωπραγματικό όν, κάτι που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί άνθρωπος, ως τον κύριο παράγοντα γνώσεως και συνεισφοράς, για παράδειγμα στις πυραμίδες της Αιγύπτου∙ και τι πιο βάρβαρο και απάνθρωπο από τον τρόπο που προσέγγιζε αυτός τα παιδικά σώματα, με εκείνη την αναισθησία στο πρόσωπο και τις ρυτίδες του, τις ρυτίδες του ανθρώπου της δουλειάς, όχι εκείνου του γραφείου: «Εμείς είμαστε καλύτεροι εραστές από αυτούς του γραφείου»,- όμως άλλα θα πουν οι πόρνες∙ οι πόρνες ξέρουν: αυτό δεν το έμαθε∙ γιατί ο τρόμος στα μάτια του παιδιού ερμηνεύεται από αυτόν σαν ετυμηγορία «Είσαι ο καλύτερος εραστής» και αυτή σίγουρα δεν είναι η φωνή του παιδιού. Και υπήρχαν και πιο βάρβαροι και πιο απάνθρωποι από αυτόν, όντα πολύπλοκα και δαιμονικά με αιμοβόρους τρόπους, αυτοί, οι δύο σύγαμπροι που τους το είπε, ειδικά για τα δύο νεαρά κορίτσια, όχι αυτά της αδερφής του μα του φίλου του με το αντίκα Μερσεντές, τις δύο κόρες που ήταν, νομίζω τότε, δώδεκα ή δεκατριών- τι να πειράζει η ηλικία- ήταν νεαρά κορίτσια, άβγαλτα στη ζωή, που είχαν εμπιστοσύνη ακόμα στον καλύτερο φίλο του πατέρα τους από τη Λεμεσό που θα τις έπαιρνε στη θάλασσα∙ αχ αυτή η θάλασσα…πόσους παιδεραστές θα καλύψει.

Πιο απάνθρωποι να ήταν οι μάρτυρες; Να μείνει ως ερώτημα, προς το παρόν, για κάποια δευτερόλεπτα ίσως. Και πώς ήξεραν; Και πώς μπορείς να κρατήσεις στόμα κλειστό με τέτοια γνώση∙ πώς μπορείς εσύ ο καθώς πρέπει σχεδόν μεσοαστός, καθώς πρέπει, που έκανες «ότι πρέπει» σε αυτήν την κυπριακή κοινωνία- γυναίκα με ελαφρές διασυνδέσεις ώστε να έχεις δουλειά στην κυβέρνηση, να έχουν τα παιδιά σου δουλειά στην κυβέρνηση, πρώτα να έχουν πτυχία για πιο ψηλές κλίμακες, να πάρουν Κύπρια με σπίτι ή οικόπεδο, μαθηματικές ακρίβειες- τέλος πάντων, μα πώς μπόρεσες να μην πεις τίποτε τόσο καιρό και να κάθεσαι μαζί του και να διασκεδάζεις; Για την οικογένεια, να μην διαλυθεί η οικογένεια- και τα παιδιά που βίαζε ή απλά «πείραζε» τι ήταν; Αλλά μάλλον τοποθετείς και εσύ το σώμα σου κάτω από αυτό το καρκινογόνο δεοντολογικό γνωμικό του πορνογράφου «Πρέπει να τα ήθελε ο πισινός τους».

Πιο απάνθρωποι να ήταν; Δεν είναι ερώτηση γιατί μόνο ένα εξωπραγματικό όν, όχι δαίμονας, κάτι σαν εξωγήινος μα με το ταλέντο του αφιερωμένο στη καταστροφή της ανθρωπότητας, το αντίθετο δηλαδή του βοηθητικού Μεγάλου Άλλου που περιγράφει ο Φον Ντένικεν: ναι, ήταν παλιάνθρωποι γιατί τουλάχιστον ο ένας, είχε τη ευκαιρία του να μιλήσει αφού ενημερώθηκε διαχρονικά για τέσσερα θύματα∙ τα ζύγισε καλά τα πράματα, έτσι ήταν αυτός∙ φασαρία να είσαι σωστός άντρας, «Να κρατήσω τη σιωπή μου». Και το ερώτημα παρατείνει την αγωνία αφού παραμένει: πώς το ήξεραν οι μάρτυρες, πώς κατείχαν αυτήν τη γνώση του τέρατος- ας δούμε τι είδους διάλογοι σχηματίζουν τα γράμματα, «Πώς το ξέρατε;» «Μας το είπε», «Ποιος;» «Ο Παιδεραστής»: είχαν ενημερωθεί υπό τύπον αστείου με μια μπύρα και μια φούχτα αμύγδαλα ανάλατα- πιο λίγα από ότι πήρε ο Ιούδας για να μιλήσει- φαίνεται ότι η σιωπή στοιχίζει λιγότερο σε αυτόν τον τόπο. Και γελούσαν με τα κατορθώματα του «γκόμενου»- ακριβώς γιατί κατά βάθος συμφωνούσαν μαζί του. Εις υγείαν κύριοι…

Την άλλη βδομάδα συνεχίζουμε.